Από τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974, το πυροβολικό και η αεροπορία των Τούρκων άρχισαν να βομβαρδίζουν με πρωτοφανή ένταση το στρατόπεδο της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ.).

Ακολούθησαν όπλα καμπύλης τροχιάς όλων των διαμετρημάτων και άρματα μάχης.

Μέσα στο στρατόπεδο βρίσκονταν περιορισμένες δυνάμεις: ο 2ος Λόχος του 1ου Τάγματος Πεζικού με διοικητή τον Υπολοχαγό Ηλία Κωνσταντούλα, ο 4ος Λόχος του 2ου Τάγματος Πεζικού με διοικητή τον Κύπριο Λοχαγό Λούη Ιωαννίδη, ο Λόχος Διοικήσεως με διοικητή τον Ταγματάρχη Σπυρίδωνα Δελλή και μια διμοιρία όλμων με διοικητή τον Υπολοχαγό Στέφανο Πίο.

Συνολική διοίκηση των τριών λόχων είχε ο Υποδιοικητής της ΕΛ.ΔΥ.Κ., Αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρόπουλος.

Απέναντί τους επιτέθηκαν ολόκληρη η ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ., το 50ο Σύνταγμα Πεζικού και σημαντικές δυνάμεις αρμάτων από κάθε κατεύθυνση.

Η μάχη ήταν άνιση πέρα από κάθε φαντασία.

Οι Έλληνες στρατιώτες παρέμειναν στα ατομικά τους ορύγματα, αποφασισμένοι να υπερασπιστούν το στρατόπεδό τους μέχρι τέλους. Γνώριζαν ότι η Κύπρος είχε ήδη χαθεί και ότι οι μάχες στο νησί πλησίαζαν στο τέλος τους.

Οι Τούρκοι, ωστόσο, ήθελαν πάση θυσία να καταλάβουν το στρατόπεδο.

Η πρώτη μεγάλη επίθεση και η ηρωική άμυνα

Τα τουρκικά F-104 άδειασαν νάπαλμ πάνω στους αμυνόμενους, ενώ το βαρύ πυροβολικό ανασκάπτε το έδαφος. Κατά κύματα οι Τούρκοι, καλυπτόμενοι από άρματα, επιτέθηκαν. Θερίστηκαν από τα πυρά των Ελλήνων και οπισθοχώρησαν με βαρύτατες απώλειες.

Στις 15:00 ο 4ος Λόχος δέχθηκε σφοδρή πλευρική επίθεση από ολόκληρο τάγμα. Και πάλι οι Τούρκοι υποχώρησαν άτακτα, αφήνοντας δεκάδες νεκρούς μπροστά στα ελληνικά χαρακώματα.

Ο στρατιώτης της 103ης σειράς του Λόχου Διοικήσεως, Αστέριος Κυριακόπουλος από τη Λάρισα, περιγράφει μια στιγμή που δεν ξέχασε ποτέ:

«Ξαφνικά μέσα σε αυτήν την κόλαση συνέβη αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου. Διακόσιοι και πλέον Τούρκοι από λίγο πιο αριστερά μας όπως βλέπαμε το μακελειό μπροστά μας άρχισαν να τρέχουν εναντίον μας σαν τρελοί! Δεν τους είχαμε δει αυτούς τους Τούρκους και αιφνιδιαστήκαμε τελείως….Βλέπαμε τους Τούρκους να έρχονται κατά πάνω μας και ο Βαρελτζής και ο Σιμίτας που ήταν λεβεντόπαιδα δεν ξέρω για ποιόν λόγο σηκώθηκαν όρθιοι στο όρυγμα και άρχισαν να ρίχνουν στους Τούρκους σαν τρελοί!

Είπα στον Μάριο Βολακάκη: πάει θα μας πιάσουν σαν τα ποντίκια μέσα στα ορύγματα. Γυρνάω δεξιά μου και βλέπω τον Βαρελτζή και τον Σιμίτα να τους πολεμάνε όρθιοι γυμνοί από την μέση και πάνω.

Εν τω μεταξύ το τοπίο ήταν σκοτεινό γύρω –γύρω από τις εκρήξεις γι’ αυτό και δεν πήραμε χαμπάρι ότι μας είχαν πλησιάσει τόσο πολύ οι Τούρκοι.

Και ενώ όλοι οι άλλοι που ήμασταν μέσα στα ορύγματα αιφνιδιαστήκαμε αυτοί οι δύο συνέχιζαν το βιολί τους όρθιοι να ρίχνουν στο κοπάδι των Τούρκων και να ξαναγεμίζουν σαν να μην συνέβαινε τίποτα.

Αψηφούσαν τελείως τον θάνατο…. Η οπισθοχώρηση των Τούρκων εξελίχθηκε σε άτακτη φυγή. Μια βολή άρματος έκοψε στην μέση τον Σιμίτα που πολεμούσε όρθιος με τον Βαρελτζή που την γλίτωσε.

Αυτοί οι δύο άνδρες γύρισαν πίσω και τους διακόσιους Τούρκους που έκαναν έφοδο».

Παραδόξως, την παραμονή και την ημέρα της Παναγίας η ΕΛ.ΔΥ.Κ. δεν είχε ούτε έναν νεκρό. Μόνο δύο τραυματίες.

15 Αυγούστου: Η αποφασιστική επίθεση

Το πρωί της 15ης Αυγούστου οι Τούρκοι ξεκίνησαν να συλλέγουν τους νεκρούς τους κοντά στις γραμμές τους. Δεν τόλμησαν να πλησιάσουν τις ελληνικές θέσεις. Περίπου στις 10:30 άρχισαν και πάλι ισχυρότατοι βομβαρδισμοί από αέρος, με βαριά πυροβόλα, όλμους και άρματα. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν μέχρι το δειλινό.

Το βράδυ οι στρατιώτες βρήκαν λίγα ψωμιά και κουτιά ζαχαρούχου γάλατος. Έφαγαν όσοι πρόλαβαν. Η δυσωδία των εκατοντάδων τουρκικών πτωμάτων πλησίον του στρατοπέδου έκανε τη νύχτα αφόρητη.

Το πρωί της 16ης Αυγούστου, στις 08:30, δεκάδες τουρκικά αεροσκάφη βομβάρδισαν εκ νέου το στρατόπεδο με βόμβες, ρουκέτες και νάπαλμ.

Ακολούθησε το πυροβολικό. Οι Τούρκοι κινήθηκαν από τον Γερόλακο και το Κιόνελι, με προηγούμενα τα άρματα και ακολουθούντα φρέσκα τμήματα καταδρομών.

Πίστευαν ότι μέσα βρίσκονταν πάνω από 1.000 αμυνόμενοι.

Η 187η Μοίρα Πυροβολικού έβαλε εύστοχα και προκάλεσε σοβαρές απώλειες στα τουρκικά άρματα. Όταν όμως τα πυρά της σταμάτησαν για άγνωστη αιτία, σαράντα βαριά άρματα και τεθωρακισμένα ξεχύθηκαν κατά του 4ου Λόχου και του Λόχου Διοικήσεως.

Τρία μηχανοκίνητα τάγματα επιτέθηκαν από τον Γερόλακο και δύο από την πλευρά της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ.Στις 12:00 το μεσημέρι οι ορδές ξεχύθηκαν.

Ο Ανθυπασπιστής Παπαλάμπρου φώναζε δυνατά: «Απάνω τους λιοντάρια μου!»

Μαζί με τον Ανθυπασπιστή Κέντρα σήκωσαν το βάρος της επίθεσης με ΠΑΟ από απόσταση αναπνοής. Ο Κέντρας έπεσε βαριά τραυματισμένος. Ο Παπαλάμπρου συνέχισε μόνος μέχρι που χάθηκε κι αυτός.

Τα άρματα έφτασαν στο Β΄ ύψωμα του Λόχου Διοικήσεως. Ακολούθησε μάχη σώμα με σώμα. Οι Έλληνες πετάγονταν από τα ορύγματα, πολεμούσαν με λόγχες όταν τελείωναν τα πυρομαχικά, ανέβαιναν πάνω στα άρματα.

Πολλοί χτυπιούνταν από ολόκληρες ριπές και συνέχιζαν. Ο Λοχαγός Σταυριανάκος φώναζε καλύπτοντας τον πάταγο: «Ας μας πατήσουν! Ούτε βήμα πίσω!»

Ορμώντας άοπλος κατά ενός άρματος, αποκεφαλίστηκε από κοντινή βολή. Η διμοιρία του έπεσε σχεδόν μέχρι ενός, τηρώντας τις διαταγές του και μετά τον θάνατό του: «Ούτε ένα βήμα πίσω Λεοντάρια μου!»

Για δύο ώρες Τούρκοι, άρματα και οι άνδρες του Λόχου Διοικήσεως ήταν μπερδεμένοι σε λυσσαλέα μάχη. Το πρώτο κύμα σχεδόν εξολοθρεύτηκε.

Ακολούθησε δεύτερο.

Ο 4ος Λόχος ενεπλάκη με τις λόγχες. Νέα επίθεση δέχθηκε και ο 2ος Λόχος, ο οποίος κράτησε τις θέσεις του θερίζοντας τους επιτιθέμενους.Ο Ταγματάρχης Δελλής, εκτιμώντας την κατάσταση, διέταξε συντεταγμένη απαγκίστρωση.

Οι αγγελιοφόροι έπεσαν νεκροί. Έτρεξε μόνος του, άοπλος και χωρίς κράνος, ανάμεσα στα άρματα και οδήγησε όσους μπόρεσε σε έξοδο. Δύο άνδρες του 4ου Λόχου, ο Στέφανος Κουτρούλης και ο Βασίλης Βάσιος από τη Χαλκιδική, αρνήθηκαν να φύγουν. Ο Κουτρούλης, ο γίγαντας του λόχου, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το πολυβόλο του. Οι τελευταίοι σύντροφοί του τον είδαν όρθιο να επιτίθεται. Έκτοτε αγνοείται. Κάποιοι άκουσαν τελευταία τη φωνή του να βρίζει και το πολυβόλο να κροταλίζει, πριν πέσει σιωπή.

Μέχρι τις 18:00 οι μάχες συνεχίζονταν από τα απομεινάρια. Η ΕΛ.ΔΥ.Κ. οχυρώθηκε λίγο πιο πίσω.

Οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να επιτεθούν ξανά. Ήταν η τελευταία μάχη του πολέμου.

Η μαρτυρία και η κληρονομιά

Τόση ήταν η μανία των επιτιθέμενων που αποκεφάλισαν σχεδόν όλα τα σώματα των Ελλήνων μέσα στο στρατόπεδο.

Ένας δημοσιογράφος του BBC τα φωτογράφησε κρυφά και ανέφερε: «Τέτοια άνιση μάχη δεν έχει συμβεί στα παγκόσμια χρονικά. Τέσσερις μέρες κράτησε… δεν θα με πιστεύει κανένας».

Η μαρτυρία της μάχης έχει καταγραφεί από τον «Νίκο Απελλαίο» στο Χ.

Η υπεράσπιση του στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ. παραμένει μία από τις πιο ηρωικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Λίγοι άνδρες, περικυκλωμένοι και χωρίς ουσιαστική ενίσχυση, κράτησαν για ημέρες απέναντι σε πολλαπλάσιες δυνάμεις με αεροπορία, πυροβολικό και άρματα. Δεν λύγισαν. Πολέμησαν μέχρι τέλους για την τιμή των όπλων και την αξιοπρέπεια της πατρίδας.