Κι όμως, μία «χαμένη» ελληνική διάλεκτος ομιλείται μέχρι και σήμερα στις ελληνικές κοινότητες γύρω από τη Μαριούπολη.

Εκεί, για αιώνες, διατηρείται μια σπάνια ελληνική διάλεκτος γνωστή ως Rumeika. Πρόκειται για μια μορφή της ελληνικής γλώσσας που έχει τις ρίζες της στα ύστερα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και διατηρεί στοιχεία της μεσαιωνικής ελληνικής, εμπλουτισμένα με σλαβικές και τουρκικές επιρροές που ενσωματώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων.

Για να κατανοήσει κανείς πώς αυτή η ιδιαίτερη διάλεκτος κατέληξε στη Μαριούπολη, πρέπει να επιστρέψει στην περίοδο της πτώσης του Βυζαντίου. Πολλοί ελληνικοί πληθυσμοί που εγκατέλειψαν τα εδάφη της αυτοκρατορίας κατέφυγαν στην Κριμαία, μεταφέροντας μαζί τους τη γλωσσική μορφή της εποχής τους.

Ενώ η ελληνική γλώσσα εξελισσόταν στην Ελλάδα και διαμορφωνόταν σταδιακά η σύγχρονη μορφή της, η Ρουμέικα παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη. Για τους γλωσσολόγους, αυτή η «παγωμένη» εξέλιξη αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, καθώς η διάλεκτος διατηρεί φωνητικά στοιχεία που έχουν χαθεί από τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο.

Η ιστορία της κοινότητας άλλαξε δραματικά στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η Μεγάλη Αικατερίνη διέταξε τη μετεγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων από την Κριμαία στις βόρειες ακτές της Αζοφικής Θάλασσας. Περίπου 18.000 Έλληνες εγκαταστάθηκαν τότε στην περιοχή, δημιουργώντας μια νέα κοινωνική πραγματικότητα.

Στη Μαριούπολη βρέθηκαν να συνυπάρχουν δύο διαφορετικές ελληνικές κοινότητες. Από τη μία οι ελληνόφωνοι ομιλητές της Ρουμέικα και από την άλλη οι λεγόμενοι Ουρούμ, Έλληνες ορθόδοξοι που όμως μιλούσαν τουρκικής προέλευσης γλώσσα. Η καθημερινότητα σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον οδήγησε στην εισαγωγή σλαβικών και άλλων στοιχείων στο λεξιλόγιο, χωρίς όμως να χαθεί ο βασικός ελληνικός πυρήνας της διαλέκτου.