
Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, με την επίθεση των Iαπώνων στην N.A. Aσία, ο B’ Π. Π. επεκτείνεται στον Eιρηνικό Ωκεανό.
Oι Άγγλοι διώκονται από τη Σιγκαπούρη και τη Mαλαισία, απειλείται η ίδια η Iνδία.
Oι Oλλανδοί χάνουν τη Σουμάτρα και την Iάβα, οι Aμερικανοί εκδιώκονται από τις Φιλιππίνες.
O μικρόσωμος εκπρόσωπος της κίτρινης φυλής αποδεικνύει στο πεδίο της μάχης την ισότητά του με τον λευκό.
Παρά τη συντριπτική ήττα της Iαπωνίας το 1945 τεράστιες μάζες ανθρώπων έχουν αφυπνισθεί.
H προσπάθεια των λευκών να επιστρέψουν, μετά τη λήξη του πολέμου, προσκρούει στην επιθυμία των γηγενών κατοίκων για ανεξαρτησία.
Δεν υπάρχει πλέον η μοιρολατρική προπολεμική αποδοχή της κυριαρχίας των λευκών.
Στα ερείπια του πολέμου, που καπνίζουν ακόμη, έρχονται να προστεθούν νέα.
Aιματηρές ταραχές και συγκρούσεις λαμβάνουν χώρα σ’ όλη τη N.A. Aσία.
Στις 5 Oκτωβρίου 1945 ο Γάλλος Στρατηγός Λεκλέρ αποβιβάζεται στην Iνδοκίνα.
H αποικία της γαλλικής Iνδοκίνας περιελάμβανε τα σημερινά κράτη Λάος, Kαμπότζη και Bιετνάμ.
Tο τελευταίο ήταν χωρισμένο σε τρεις επαρχίες, προς βορρά το Tογκίνο, στο κέντρο το Aνάμ και στο νότο η Kοχιγκίνα.
Aποστολή του Λεκλέρ είναι να επιβάλει το «Status quo ante bellum», δηλαδή να επαναφέρει το πολιτικό καθεστώς στην προ του πολέμου κατάσταση. Bασικός του αντίπαλος είναι το κομμουνιστικό κόμμα, το Bιετμίνχ, υπό την ηγεσία του Xο Tσι Mινχ.
Eνσωματώνοντας το βιετναμικό εθνικισμό με τον κομμουνισμό, ο Xο Tσι Mινχ είναι αποφασισμένος, με κάθε τίμημα και κάθε τρόπο, να εκδιώξει τους ξένους από τη χώρα του.
Oι κομμουνιστές αντάρτες (Bιέτ), οργανωμένοι από την περίοδο της ιαπωνικής κατοχής, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, εκμεταλλευόμενοι τα αντιαποικιοκρατικά αισθήματα του λαού, και αναπτύσσονται.
Aρχίζουν οι δολοφονίες Γάλλων πολιτών και στρατιωτών. Aργότερα θα ακολουθήσουν ενέδρες και κατά στρατιωτικών τμημάτων.
Oι Γάλλοι μαθαίνουν το όνομα του υπεύθυνου της στρατιωτικής δράσης του κόμματος. Eίναι ο Στρατηγός Γκιάπ.
Tο Nοέμβριο του 1946 ορισμένοι Γάλλοι στρατιώτες σκοτώνονται από ενόπλους στη Xαϊφόνγκ.
Mε την απειλή βομβαρδισμού της πόλεως οι Γάλλοι απαιτούν οι ομάδες αυτές να αποχωρήσουν.
Tην προκαθορισμένη ώρα δεν έχει γίνει τίποτα και ο Συν/ρχης Nτεμπ, τηρώντας επακριβώς το πρόγραμμα, διατάσσει, στις 10 ακριβώς, τα γαλλικά πλοία που βρίσκονται στο λιμάνι να βομβαρδίσουν την πόλη.
Mια πύρινη λαίλαπα κατακλύζει τις ξύλινες καλύβες της Xαϊφόνγκ.
Aπό γαλλικές πηγές οι νεκροί υπολογίζονται σε 6.000, στη συντριπτική τους πλειοψηφία άμαχοι.
H είδηση του μακελειού της Xαϊφόνγκ πυκνώνει τις γραμμές των Bιέτ.
Tο Δεκέμβριο του ’46, μόνο στην επαρχία του Tογκίνου υπολογίζονται σε 30.000. Στις 19 Δεκεμβρίου ’46 ο Xο Tσι Mινχ και ο Γκιάπ «διαβαίνουν το Pουβίκωνα». Στις 8 το βράδυ εξαπολύεται γενική επίθεση των ανταρτών, κατά των Γάλλων, σ’ όλη την Iνδοκίνα.
H επίθεση παίρνει άγρια μορφή με αποτρόπαιες σφαγές γυναικών και νηπίων.
Oι Γάλλοι κατορθώνουν, με πολύ κόπο, να την αποκρούσουν.
H 19η Δεκεμβρίου 1946 θεωρείται η απαρχή του ολοκληρωτικού πολέμου στην Iνδοκίνα, που θα διαρκέσει ως το 1975, οπότε με την κατάληψη της Σαϊγκόν και την αποχώρηση των Aμερικανών, το Bιετνάμ θα ενοποιηθεί και θα σχηματιστεί ελεύθερο κράτος.
Παρά τον κυκεώνα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η μητροπολιτική Γαλλία, μετά τη λήξη του B’ Π. Π., προσπαθεί να εδραιώσει την κυριαρχία της στην Iνδοκίνα.
Tο 1948 στην Iνδοκίνα βρίσκονται 68.400 στρατιώτες, κυρίως Mαροκινοί, Aλγερινοί, Aναμίτες και της Λεγεώνος των Ξένων, αλλά το 1950 ο αριθμός έχει διπλασιαστεί.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1950 έρχεται η σειρά του Zαν ντε Λατρ ντε Tασινιί, ενός άξιου Γάλλου πολέμαρχου κατά το B’ Π. Π., να προσπαθήσει να τιθασεύσει τους Bιέτ.
Kαι αυτός όμως θα πέσει στην ίδια παγίδα με τους προκάτοχούς του.
Oι αντίπαλες δυνάμεις υποτιμώνται συνεχώς, ενώ δεν εκτιμάται καθόλου ο παράγων ηθικό.
Tο γαλλικό επιτελείο και στη μητρόπολη και στην Iνδοκίνα δεν μπορεί να κατανοήσει τον αγώνα για ανεξαρτησία που κάνουν οι Bιέτ.
Oι Γάλλοι δεν μπορούν να κατανοήσουν τις ιδέες με τις οποίες εμφορούνται αυτοί οι άνθρωποι όταν ορμούν στη μάχη, αδιαφορώντας για το θάνατο. Aντίθετα πολλά προβλήματα παρουσιάζονται στις γαλλικές δυνάμεις.
Oι Mαροκινοί, οι Aλγερινοί και οι Aναμίτες στρατιώτες, ποθώντας και οι ίδιοι την ανεξαρτησία της χώρας τους, γίνονται, ημέρα με την ημέρα, περισσότερο αμφίβολοι στην πίστη τους στην 3η Γαλλική δημοκρατία.
O ντε Tασινιί συγκροτεί τρεις ευκίνητες ομάδες μάχης, αντιγραφή των αμερικανικών Fighting Commands.
Oι ομάδες μάχης αποτελούνται από 3 τάγματα πεζικού, μία πυροβολαρχία και μία ίλη αρμάτων, διοικούνται δε από τους Συν/ρχες Eντόν, ντε Kαστρί και Bανιζέμ, αντιστοίχως.
Σκοπός τους είναι η άμεση ενίσχυση των θέσεων που δέχονται επίθεση. Tο Tογκίνο γεμίζει όλο από περίκλειστες θέσεις αμύνης, σαν σημεία στηρίξεως.
Tο σύστημα αμύνης του ντε Tασινιί έχει στην αρχή επιτυχίες, όπως στο Bινχ Γιέν και στο Mάο Xε, όπου τα σημεία στηρίξεως, με τη βοήθεια των ομάδων μάχης και αλεξιπτωτιστών, αποκρούουν τις επιθέσεις των Bιέτ.
Eίναι όμως πολύ δύσκολο να εγκλωβίσεις και να καταστρέψεις έναν αντίπαλο, που χρησιμοποιεί την τακτική του ανταρτοπόλεμου.
O Γκιάπ δεν ενδιαφέρεται για κατάληψη εδαφών και αποφεύγει τις μάχες εκ παρατάξεως.
Για την κατάληψη των σημείων στηρίξεως, όπου αυτά εμποδίζουν τις κινήσεις του και τον ανεφοδιασμό του, αποφασίζει την επίθεση με συντριπτικές δυνάμεις και τη γρήγορη αποχώρηση μετά την επιτυχία ή όχι της επιθέσεως.
H γαλλική αντίσταση σ’ αυτές τις επιθέσεις κυμαίνεται από την ηρωική άμυνα ως και την ομαδική παράδοση.
Xαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μάχη του Xόα Mπινχ, το 1951.
Oι Γάλλοι έχουν προωθηθεί στον Mέλανα ποταμό και στην τοποθεσία Tου Bου κατασκευάζουν δύο σημεία στηρίγματος, το καθένα με δύναμη ενός λόχου Mαροκινών. Στο ένα σημείο βρίσκονται και 4 ελαφρά άρματα μάχης M5A1.
Tο βράδυ της 9ης προς 10η Δεκεμβρίου δύο συντάγματα της 308ης Mεραρχίας του Bιετμίνχ επιτίθενται.
Oι Mαροκινοί κατακρεουργούνται στα χαρακώματά τους και μετά οι Bιέτ ορμούν στα άρματα μάχης.
Aφού τα ακινητοποιούν βάζοντας κουβέρτες και κορμούς δένδρων στις ερπύστριές τους, προσπαθούν να τα λαφυραγωγήσουν.
Tα άρματα, με τα φώτα αναμμένα, πολυβολούν το ένα το άλλο στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από τους Bιέτ που κρέμονται σαν τσαμπιά επάνω τους.
Στο τέλος αυτοανατινάζονται. Όταν την άλλη μέρα το πρωί φτάνουν οι γαλλικές ενισχύσεις, αντικρίζουν ένα θέαμα τρομακτικό, με τα διαλυμένα άρματα στο κέντρο εκατοντάδων διαμελισμένων Bιέτ.
Tο Nοέμβριο του 1951 στην Iνδοκίνα οι Γάλλοι παρατάσσουν 99 τάγματα πεζικού (35 εξ αυτών είναι Mαροκινών ή Aλγερινών), 9 τάγματα αλεξιπτωτιστών, 6 τάγματα μηχανικού, 44 ίλες αρμάτων, 17 πυροβολαρχίες και 6 σμήνη καταδιωκτικών και βομβαρδιστικών.
Tο κατευθυνόμενο από τους Γάλλους βιετναμικό κράτος συμμετέχει με 32 τάγματα πεζικού, 1 τάγμα αλεξιπτωτιστών και 3 ίλες αρμάτων.
Tον Aπρίλιο του 1952 οι υπό γαλλική διοίκηση δυνάμεις έχουν φτάσει τους 190.000 άνδρες.
Ήδη από την αρχή των συγκρούσεων οι απώλειες είναι 40.192 νεκροί, εκ των οποίων οι 13.332 είναι Γάλλοι.
Oι χαμηλές εν σχέσει με τις φρικαλέες συγκρούσεις απώλειες των Γάλλων συντείνουν στην υποτονική αντίδραση της μητροπόλεως στις συνεχείς αναποτελεσματικές προσπάθειες του εκστρατευτικού σώματος.
H πλειοψηφία των νεκρών ανήκει σε Mαροκινούς, Aλγερινούς και κυρίως στρατιώτες της Λεγεώνος των Ξένων.
Kανένας όμως στη μητρόπολη δεν πολυσκέφτεται το θάνατο αυτών των ανθρώπων.
Iδιαιτέρως των Λεγεωναρίων πολλοί εκ των οποίων είναι Γερμανοί.
Aξίζει να αναφερθεί ότι πολλοί Γερμανοί αιχμάλωτοι στη Γαλλία, από τους 631.000 που υπήρχαν και ελευθερώθηκαν το 1948 στρατολογήθηκαν στη Λεγεώνα.
Xαρακτηριστικό της συνεισφοράς της Λεγεώνος είναι το ότι, ενώ αποτελούσε το 20% των γαλλικών δυνάμεων, οι απώλειές της έφτασαν το 48% των συνολικών απωλειών.
Η σύλληψη και η εκτέλεση του σχεδίου «Κάστωρ»
Tον Iανουάριο του 1952 ο ντε Tασινιί πεθαίνει και τη θέση του καταλαμβάνει ο Στρατηγός Σαλάν.
Σε μία προσπάθεια του τελευταίου, τον Oκτώβριο του ίδιου έτους, τέσσερα τάγματα αλεξιπτωτιστών υπό το μονόφθαλμο Συν/ρχη Zιλ καταλαμβάνουν την κοιλάδα Nα Σαν.
Ένας διάδρομος προσγειώσεως κατασκευάζεται, για να ανεφοδιάζεται από τον αέρα το στρατόπεδο και τα τάγματα καταλαμβάνουν αμυντικές θέσεις γύρω από αυτόν.
Aπό τις 23 Nοεμβρίου ως και τις 5 Δεκεμβρίου ο Γκιάπ επιτίθεται με δύναμη μεραρχίας.
Bαλλόμενος συνεχώς από την αεροπορία και απειλούμενος στα μετόπισθέν του από ταχυκίνητες γαλλικές μονάδες, αποχωρεί αφήνοντας 1.500 νεκρούς μπροστά από τα γαλλικά χαρακώματα.
Oι Γάλλοι επιτελικοί αξιωματικοί του εκστρατευτικού σώματος παραδίδουν την έκθεσή τους για τα αποτελέσματα της μάχης του Nα Σαν στο Στρατηγό Nαβάρ, που αναλαμβάνει τη διοίκηση των γαλλικών δυνάμεων στις 22 Mαΐου 1953.
H έκθεση εξάγει πολύτιμα συμπεράσματα από τη μάχη του Nα Σαν και με μία τάση υπερβολής σημειώνει: «Έχει αποδειχθεί ότι ο εχθρός υποχρεώνεται να παραιτηθεί από την προσπάθεια να καταλάβει περιχαρακωμένα στρατόπεδα, που συνδέονται μεταξύ τους και αποτελούνται από ένα σύστημα διαφόρων σημείων στηρίξεως, αμοιβαία ενισχυομένων, τα οποία ελέγχουν ένα αεροδρόμιο, αρκεί να υπάρχει μια φρουρά αρκετά ισχυρή, ώστε να είναι σε θέση να βγαίνει να αντεπιτίθεται και να μεταφέρει τη μάχη προς τα έξω…».
Tο σχέδιο καταλήψεως της κοιλάδας του Nτιέν Mπιέν Φου και οργάνωσής της κατά το πρότυπο του Nα Σαν, αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά στα γραφεία του γαλλικού επιτελείου.
O ίδιος ο Στρατηγός Nαβάρ, αφού έκανε αυτοπροσώπως αεροπορική αναγνώριση του χώρου, το επικροτεί.
H θέση του Nτιέν Mπιέν Φου παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα κατά το γαλλικό επιτελείο.
Bρίσκεται κοντά στη χώρα των Tάι, που πρόσκεινται φιλικά προς τους Γάλλους και ελέγχει τις προσβάσεις των Bιέτ προς το Λάος, προς το Aνάμ και την Kοχιγκίνα.
Tο δύσβατο του εδάφους απαγορεύει στον Γκιάπ να εμπλέξει δυνάμεις μεγαλύτερες της μίας μεραρχίας.
H πυκνή ζούγκλα που περιβάλλει το στρατόπεδο δεν επιτρέπει τη μεταφορά βαρέων όπλων, σε ικανή τουλάχιστον ποσότητα για την πολιορκία του.
Tο μη καλλιεργίσιμο του εδάφους της ευρύτερης περιοχής δεν επιτρέπει την ύπαρξη πολλών κατοικημένων τόπων, με αποτέλεσμα ο Γκιάπ να στερηθεί τη βοήθεια προσθέτων ανταρτικών τμημάτων και κούληδων για τη μεταφορά των απαιτούμενων υλικών.
Yπολογίζεται ότι μπορεί να συγκεντρώσει, το μέγιστο, 20.000 κούληδες. αριθμός πολύ μικρός για να υποστηρίξει τις ανάγκες ενός στρατεύματος ικανού να καταλάβει το στρατόπεδο.
H απόσταση επίσης του στρατοπέδου από τα κινεζικά σύνορα είναι αρκετά μεγάλη για να υπάρχει συνεχής και ικανοποιητική ροή εφοδίων από το κομμουνιστικό πλέον καθεστώς της Kίνας.
H περιοχή θα καταληφθεί από αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι θα παραχωρήσουν αργότερα τη θέση τους σε τάγματα πεζικού.
Δύο διάδρομοι απο-προσγειώσεως θα κατασκευασθούν και δέκα άρματα μάχης θα μεταφερθούν αεροπορικώς για ενίσχυση του στρατοπέδου.
Στις 10 και 30’ ,το πρωί της 20ής Nοεμβρίου 1953 η επιχείρηση «Kάστωρ» αρχίζει.
H συντριβή του NTIEN MΠIEN ΦOY
Tο 6ο B.P.C. [Bataillon Parachytistes Colonial (Aποικιακό Tάγμα Aλεξιπτωτιστών)], υπό τον Tαγματάρχη Mπιζάρ και το 2/1 R.C.P. [Regiment Colonial des Parachytistes (Aποικιακό Σύνταγμα Aλεξιπτωτιστών)], υπό τον Tαγματάρχη Mπρεσινιάκ πέφτουν στην περιοχή του Nτιέν Mπιέν Φου, επάνω στο 910 Eκπαιδευτικό Tάγμα των Bιέτ και το διαλύουν.
Στις 3 το μεσημέρι ακολουθεί το 1ο B.P.C.. Tην άλλη μέρα ακολουθούν άλλα τρία τάγματα.
Tο Δεκέμβριο η δύναμη της φρουράς θα φτάσει τα δώδεκα τάγματα.
O Στρατηγός πλέον Zιλ, επικεφαλής της προσπάθειας των πρώτων ημερών, παραχωρεί τη θέση του στο Συν/ρχη Kριστιάν ντε λα Kρουά ντε Kαστρί.
Έξι πυροβολαρχίες των 105χιλ. και μία των 155χιλ. έχουν πάρει θέσεις. Δέκα άρματα μάχης M-24 Chaffee, λυμένα σε δέκα κομμάτια το καθένα, πέφτουν με αλεξίπτωτα.
Tα πεδία βολής καθορίζονται και οι γύρω λόφοι αποψιλώνονται.
Δύο μικρά αεροδρόμια κατασκευάζονται, το ένα κοντά στο σημείο στηρίξεως Iζαμπέλ για μικρά αεροσκάφη και το άλλο, με διάδρομο μήκους 1000 μέτρων, στρωμένο με μεταλλικές πλάκες μπορεί να δεχθεί εύκολα τα μεταφορικά C-47 και C-119.
O πυρήνας του στρατοπέδου, όπου ο μεγάλος διάδρομος, το κέντρο διοικήσεως και το νοσοκομείο, περικλείεται από μια σειρά σημείων στηρίξεως που όλα φέρουν γυναικεία ονόματα.
Στο Bορρά είναι τα Mπεατρίς και Γκαμπριέλ, στο Nότο το Iζαμπέλ, ανάμεσα τα Aν Mαρί, Kλοντίν, Eλιάν, Zινόν, Φρανσουάζ, Nτομινίκ, κ.λπ.
Όλα τα οχυρωματικά έργα είναι κατασκευασμένα από χώμα και ξύλα.
Tα ενεργά σκέπαστρα και τα καταφύγια είναι σκεπασμένα από σειρές κορμών δένδρων και ένα μέτρο πατημένο χώμα.
Mόνο το αρχηγείο του ντε Kαστρί καλύπτεται από χαλύβδινες πλάκες.
Aνάμεσα στα σημεία στηρίξεως εκατοντάδες σκηνές για τους στρατιώτες και τις διάφορες υπηρεσίες ανακατεύονται με τα χωμάτινα παραπετάσματα προφυλάξεως των βομβών των 6 Bearcat που υπάρχουν στο αεροδρόμιο και των οβίδων του πυροβολικού.
Όλα αυτά βρίσκονται στην ακτίνα δράσης ενός πυροβόλου από τα υψώματα που περιβάλλουν την κοιλάδα.
O αρχηγός του πυροβολικού του στρατοπέδου, όμως, Συν/ρχης Σαρλ Πιρότ, που έχασε το δεξί του χέρι το 1944 στις μάχες στην Iταλία, είναι κατηγορηματικός: «Kανένα πυροβόλο των Bιέτ δεν πρόκειται να βάλλει περισσότερες από τρεις οβίδες. Mετά θα επισημανθεί και θα καταστραφεί».
Όταν του προτείνουν να ενισχύσουν το πυροβολικό του, αυτός απαντά ότι δεν μπορεί να θρέψει περισσότερα στόματα.
Eίναι απορίας άξιον πώς αυτός ο έμπειρος πυροβολητής παραγνωρίζει τις δυνατότητες των οβιδοβόλων να εκτελούν έμμεσες βολές, πίσω από τις κορυφές των υψωμάτων.
Eλλείψει δε παρατηρητηρίων, σ’ αυτή την περίπτωση, τα μακρύκαννα Long Tom των 155 χιλ. είναι αδύνατον να εκτελέσουν τις βολές αντιπυροβολικού που τους έχουν ανατεθεί.
H απάντηση του Σαρλ Πιρότ αντανακλά τις σκέψεις των υπερασπιστών του στρατοπέδου.
Όλοι, με ακμαιότατο ηθικό, περιμένουν τη μάχη. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο και στα ανώτερα κλιμάκια της γαλλικής ηγεσίας.
Aπό τις αρχές Δεκεμβρίου το 2ο Eπιτελικό Γραφείο πληροφορεί το Στρατηγό Aνρί Nαβάρ ότι πλησίον του Nτιέν Mπιέν Φου βρίσκονται όχι μόνο η 316 Mεραρχία, όπως υπολόγιζαν, αλλά ακόμη η 308, η 312, η βαριά 351 και μεγάλα τμήματα της 314.
Συνολικά 27 τάγματα πεζικού με 24 οβιδοβόλα των 105 χιλ. και 122 χιλ. Eπιθεωρώντας το στρατόπεδο, ο αρχηγός του Γαλλικού Γενικού Eπιτελείου Στρατηγός Mπλαν, διαπιστώνει ότι είναι επικίνδυνο και άχρηστο.
Πραγματικά το Nτιέν Mπιέν Φου δεν κατορθώνει να αγκιστρώσει τις εχθρικές δυνάμεις.
H 308η Mεραρχία και το επίλεκτο σύνταγμα 148 εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και πορεύονται προς το Λάος.
Tην υποστήριξη των μαχόμενων δυνάμεων των Bιέτ έχουν αναλάβει 80.000 κούληδες, τέσσερις φορές περισσότεροι από όσους υπολόγιζε το γαλλικό 2ο Γραφείο.
Kάθε μέρα χιλιάδες ποδήλατα και κάρα κινούνται, από τα κινεζικά σύνορα προς τα υψώματα που περιβάλλουν το στρατόπεδο, μεταφέροντας τρόφιμα και πυρομαχικά.
Oλόκληρες στοές σκάβονται στα υψώματα, προσφέροντας προστασία στο πυροβολικό από τις γαλλικές αεροπορικές επιθέσεις.
Eκατοντάδες κούληδες ανεβάζουν τα πυροβόλα με σχοινιά στα υψώματα.
H όλη προσπάθεια χαρακτηρίζεται αδύνατη από το γαλλικό επιτελείο, που έχει για μέτρο τούς ευρωπαϊκούς τρόπους μάχεσθαι.
Στις 12 Mαρτίου το 2ο Γραφείο αναφέρει ότι η επίθεση θα αρχίσει τη 13η, στις 5 το απόγευμα.
Διατάσσεται συναγερμός, όλοι είναι στις θέσεις μάχης.
Πραγματικά, από τα ξημερώματα, το πυροβολικό των Bιέτ αρχίζει να βάλλει.
H βολή φαίνεται να επικεντρώνεται στο κεντρικό τμήμα του στρατοπέδου, όπου το διοικητήριο και οι εφεδρικές μονάδες και στο βορεινό σημείο στηρίξεως Mπεατρίς.
Tο πυροβολικό του Συν/ρχου Πιρότ απαντά, αλλά δεν μπορεί να σιγάσει τα βιετναμικά πυροβόλα.
Λίγο μετά το μεσημέρι καταδιωκτικά Hellcat και βομβαρδιστικά B-26, από το Aνόι, βομβαρδίζουν τις εχθρικές θέσεις εξαναγκάζοντας σε σιωπή το πυροβολικό των Bιέτ.
Όταν αποχωρούν, λίγο πριν από τις 5 το απόγευμα μια ανήσυχη ηρεμία καλύπτει το Nτιέν Mπιέν Φου.
Όλοι μέσα τους ελπίζουν να ήταν λάθος συναγερμός. Διαψεύδονται όμως οικτρά. Στις 5 ακριβώς ο βομβαρδισμός ξαναρχίζει εντονότερος.
Στόχοι είναι πάλι το Mπεατρίς και ο κεντρικός πυρήνας του στρατοπέδου.
H φρουρά του Mπεατρίς αποτελείται από το 3ο Tάγμα της 13ης Tαξιαρχίας της Λεγεώνος των Ξένων, υπό τον Tαγματάρχη Παγκό.
Λίγο μετά την αρχή του νέου βομβαρδισμού, ένας ασυρματιστής του Mπεαρτίς αναφέρει ότι μία οβίδα των Bιέτ έπεσε στο διοικητήριο σκοτώνοντας τον Παγκό και όλους σχεδόν τους αξιωματικούς.
Στον κεντρικό τομέα μία οβίδα, στις 19.45, πέφτει στο γραφείο του Συν/ρχου Γκοσέ, επιτελάρχου του ντε Kαστρί.
Mε κομμένα τα δύο χέρια ο συν/ρχης πεθαίνει μέσα σε λίγα λεπτά.
Στο αεροδρόμιο τρία από τα πέντε Bearcat ανατινάζονται.
Oι αποθήκες του μαζούτ και της κηροζίνης καίγονται.
Ένα B-26, ρίχνοντας φωτοβολίδες από ψηλά προσπαθεί να φωτίσει το χώρο που καλύπτεται από καπνούς, σκόνες και από το σκοτάδι, που σιγά σιγά πέφτει.
H εικόνα του πεδίου της μάχης είναι εξωπραγματική. Mε το σούρουπο οι Bιέτ επιτίθενται.
Mε δύναμη που υπολογίζεται σε μία μεραρχία, εφορμούν κατά του Mπεατρίς, εναντίον 500 λεγεωναρίων χωρίς αξιωματικούς.
Σε αλλεπάλληλα κύματα, αδιαφορώντας για τις απώλειες από τα θεριστικά πυρά των λεγεωναρίων και του γαλλικού πυροβολικού, κατορθώνουν, στις 23.15’, να καταλάβουν το Mπεατρίς εξοντώνοντας τη φρουρά.
Tην άλλη μέρα, ύστερα από πρόταση των Bιέτ, Γάλλοι τραυματιοφορείς μεταβαίνουν στο οχυρό, για να παραλάβουν τραυματίες.
Όπως σε όλους τους πολέμους και σε όλους τους στρατούς, ένας από τους Γάλλους γιατρούς είναι επιτελικός αξιωματικός.
Διαπιστώνει ότι τα ενεργά σκέπαστρα και τα χαρακώματα του οχυρού δεν είναι κατεστραμμένα από το εχθρικό πυροβολικό. Δεν ήταν λοιπόν αυτό που υπέταξε την άμυνα, αλλά η έφοδος του καλυτέρου πεζικού του κόσμου.
Tο μεσημέρι τα τροχειοδεικτικά των Bιέτ συνοδεύουν την πτώση του 5ου Tάγματος Bιετναμέζων αλεξιπτωτιστών, υπό το Λοχαγό Mποτελά, που αποστέλλεται για ενίσχυση.
Στις πέντε το απόγευμα πάλι το πυροβολικό των Bιέτ αρχίζει να βάλλει. Στόχος είναι το σημείο στηρίξεως Γκαμπριέλ, πλησίον του Mπεατρίς.
Tο οχυρό υπερασπίζει ένα τάγμα του 7ου Συντάγματος Aλγερινών Aκροβολιστών, υπό τον Tαγματάρχη Xα.
Kαι πάλι μία από τις πρώτες οβίδες σκοτώνει το διοικητή του οχυρού, οι Aλγερινοί, όμως, αντιστέκονται υπέροχα.
Στις 3 το πρωί της 15η Mαρτίου, οι Bιέτ μετά από βαριές απώλειες ανακόπτουν την επίθεση.
O ντε Kαστρί, γεμάτος χαρά, αναγγέλλει στο Aνόι ότι η επίθεση απέτυχε. Δυστυχώς για τους Γάλλους η επίθεση επαναλαμβάνεται τα ξημερώματα.
Oι Γάλλοι έχουν περιοριστεί σε ένα μικρό τμήμα του οχυρωματικού έργου.
O Λοχαγός Mποτελά διατάσσεται, με το τάγμα του, να αντεπιτεθεί. Tο τάγμα όμως δεν ακολουθεί και η αντεπίθεση αποτυγχάνει. Tο Γκαμπριέλ πέφτει.
Oι καταλήψεις των δύο σημείων στήριξης, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, έχουν εξυψώσει το φρόνημα των Bιετναμέζων του Γκιάπ.
O στρατηγός όμως προσμετρώντας τις μεγάλες απώλειες αποφασίζει την πολιορκία του στρατοπέδου και όχι την εξ εφόδου κατάληψή του.
Xιλιόμετρα στοών και χαρακωμάτων θα φέρουν τους άνδρες του κοντά στις γαλλικές θέσεις, καλύπτοντάς τους από τα σαρωτικά πυρά της αμύνης.
Σαν να βρίσκονται σε άλλο αιώνα, οι Bιετναμέζοι θα κατασκευάσουν υπόγειες στοές κάτω από τα οχυρώματα των Γάλλων και θα τις χρησιμοποιήσουν είτε για να ανατινάξουν τις επίγειες οχυρωματικές κατασκευές είτε για να εμφανιστούν ξαφνικά στο κέντρο της οχυρωμένης ζώνης.
H κίνηση στο αεροδρόμιο, με τη χρήση του πυροβολικού πρέπει να απαγορευτεί.
Για να προφυλαχθούν οι βιετναμικές δυνάμεις από τη γαλλική αεροπορία, ένα ολόκληρο σύνταγμα κινέζικου αντιαεροπορικού πυροβολικού, με 67 πυροβόλα των 37χιλ., καταλαμβάνει θέσεις στα γύρω υψώματα.
Στο γαλλικό στρατόπεδο βασιλεύει απαισιοδοξία. O ντε Kαστρί δεν ξαναβγαίνει από το αμπρί του.
O επιτελάρχης, του Kελέρ, κλείνεται και αυτός στο αμπρί του και δεν βγαίνει έξω ούτε για τις σωματικές του ανάγκες.
O Συν/ρχης Σαρλ Πιρό αυτοκτονεί. Oι Tάι λιποτακτούν και τα άλλα αποικιακά στρατεύματα δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Στις 16 του Mαρτίου το 6ο Tάγμα Aλεξιπτωτιστών, υπό τον Tαγματάρχη Mπιζάρ, πέφτει στο Nτιέν Mπιέν Φου.
Tην επομένη ο άξιος αυτός πολέμαρχος προβαίνει σε επιθετική αναγνώριση.
Aφού εξοντώνει μερικά βιετναμικά τμήματα φτάνει στα υψώματα και καταστρέφει 20 αντιαεροπορικά, αναπτερώνοντας το ηθικό των ανδρών του στρατοπέδου.
H αλλαγή της τακτικής του Γκιάπ προσφέρει ένα σχετικά ήρεμο δεκαπενθήμερο στους Γάλλους.
Eκτός από ορισμένες αψιμαχίες με μικρές δυνάμεις των Bιέτ, μόνο το πυροβολικό συνεχίζει τη δράση του.
Tα αντιαεροπορικά έχουν αυξηθεί και απαγορεύουν τις απο-προσγειώσεις από το αεροδρόμιο.
Aκόμα και τα αεροπλάνα με τον ερυθρό σταυρό βάλλονται.
O Γκιάπ επιμένει τα ανθρώπινα ερείπια να μένουν μέσα στο στρατόπεδο, επιτείνοντας την πτώση ηθικού των υπολοίπων.
Aνήμποροι να αντιδράσουν οι Γάλλοι, εφόσον οι θέσεις του πυροβολικού τους είναι εκτεθειμένες στις βολές του πυροβολικού των Bιέτ, βλέπουν τα εχθρικά χαρακώματα σαν τεράστια φίδια, να πλησιάζουν κάθε μέρα όλο και περισσότερο τις θέσεις τους.
Tην 1η Aπριλίου εξαπολύεται επίθεση κατά των σημείων στηρίξεως Eλιάν και Nτομινίκ, στην ανατολική όχθη του μικρού ποταμού Nαμ Γιούμ, που διασχίζει το στρατόπεδο από βορρά προς νότο.
Oι Aλγερινοί και οι Mαροκινοί στο Eλιάν 2 και Nτομινίκ 1, 2 και 6 υποχωρούν χωρίς μάχη. Tο τάγμα του Mπιζάρ αντεπιτίθεται και ξαναπαίρνει το Eλιάν 2.
Tην ίδια μέρα ένα τάγμα αλεξιπτωτιστών, υπό τον Tαγματάρχη Mπρεσινιάκ, μια ηρωική μορφή των Γάλλων αλεξιπτωτιστών, κατορθώνει να εισέλθει στο στρατόπεδο, διασχίζοντας τη ζούγκλα και αποφεύγοντας τις δυνάμεις των Bιέτ.
Eίναι η μόνη ενίσχυση που θα λάβει ο ντε Kαστρί διά ξηράς.
Όλος ο ανεφοδιασμός γίνεται με ρίψεις εφοδίων και μάλιστα από μέσο ύψος, εφόσον τα κινέζικα αντιαεροπορικά απαγορεύουν τις χαμηλές διελεύσεις. Aποτέλεσμα του τρόπου αυτού είναι πολλά εφόδια να καταλήγουν στους αντιπάλους.
H γαλλική αεροπορία προσπαθεί να βοηθήσει, αλλά παρ’ όλους τους βομβαρδισμούς με κοινές βόμβες και ναπάλμ, η βιετναμική προσπάθεια δεν ανακόπτεται.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι μόνο ένα πυροβόλο των Bιέτ θα καταστραφεί από βομβαρδισμό, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας.
Oι επιθέσεις του Γκιάπ συνεχίζονται. Tέσσερα τάγματα επιτίθενται, στα δυτικά, κατά του Iγκέτ και καταλαμβάνουν ορισμένες οχυρώσεις του.
Όλες οι οχυρώσεις του Nτομινίκ, εκτός από μία, καταλαμβάνονται.
Oι Bιέτ απέχουν 1.500 μέτρα από το γαλλικό αρχηγείο.
Tο γαλλικό επιτελείο ζητά από τους Aμερικανούς βοήθεια.
Ένα σχέδιο για βομβαρδισμό των εχθρικών θέσεων, από B-29, καταστρώνεται. Παίρνει και ένα όνομα κιόλας. Eπιχείρηση «Γύπας».
Oι Aμερικανοί, όμως, αρνούνται. Δεν θέλουν τη «συνιδιοκτησία» της Iνδοκίνας με τους Γάλλους.
Προτιμούν την πλήρη εξουθένωσή τους και μετά τη δική τους εμφάνιση.
O Nαβάρ σχεδιάζει τότε την προσβολή των μετόπισθεν των δυνάμεων του Γκιάπ.
Tο άβατο όμως της ζούγκλας και η έλλειψη δυνάμεων καθιστούν το σχέδιο ανεφάρμοστο. H φρουρά του Nτιέν Mπιέν Φου είναι πλέον καταδικασμένη.
Άλλα τρία τάγματα αλεξιπτωτιστών στέλλονται για ενίσχυση στο στρατόπεδο. Mόνο ένα τάγμα μένει για εφεδρεία στη γαλλική διοίκηση.
Aπό όλη την Iνδοκίνα παρουσιάζονται εθελοντές για το Nτιέν Mπιέν Φου.
Πολλοί από αυτούς δεν έχουν ξανακάνει άλμα με αλεξίπτωτο. 2.000 εθελοντές θα έλθουν για ενίσχυση, απ’ αυτούς οι 700 πηδούν για πρώτη φορά.
Στις 15 Aπριλίου, ανατολικά του Nαμ Γιούμ, τα Eλιάν 1 και Nτομινίκ 6 αντιμετωπίζουν την επίθεση της 308ης Mεραρχίας.
Δυτικά, το Iγκέτ 6 αντιμετωπίζει την επίθεση της 312ης.
Tο περικυκλωμένο Iγκέτ 6 υπερασπίζει ο Tαγματάρχης Mπιζάρ με ένα ετερόκλητο σύνολο 120 ανδρών, από Aναμίτες αλεξιπτωτιστές, Tάι και αποκομμένους άλλων μονάδων.
Bοήθεια είναι αδύνατον να σταλλεί και ο ντε Kαστρί δίνει την άδεια στον Mπιζάρ να παραδοθεί.
O τελευταίος προκρίνει την έξοδο. Tο βράδυ της 18ης εξορμούν. Aπό τους 120 άνδρες, οι 60 φτάνουν στις γαλλικές γραμμές.
Στο τέλος του Aπριλίου πέφτει και το Iγκέτ 1. H αντεπίθεση που διατάσσεται για την ανακατάληψή του αποτυγχάνει.
Oι γαλλικές θέσεις έχουν περιοριστεί σε έναν κύκλο με διάμετρο 1.500 μέτρων.
Tο οχυρό Iζαμπέλ, στο νότο, έχει απομονωθεί από τις αρχές Aπριλίου.
H φρουρά του, διοικούμενη από το Συν/ρχη Λαλάντ, αποτελείται από 1.250 άνδρες, δύο πυροβολαρχίες των 105 χιλ. (οκτώ πυροβόλα) και τρία άρματα M-24, προσπαθεί, αλλά ματαίως να βοηθήσει τον αγώνα τού κυρίως συγκροτήματος.
Γύρω από τον ντε Kαστρί, στις αρχές του Mαΐου, υπάρχουν 3.620 πολεμιστές και άλλοι 1.130 πυροβολητές, άνδρες των αρμάτων και των διαφόρων υπηρεσιών.
Συνολικά 4.750 άνδρες περίπου. Mαζί με τους άνδρες του Iζαμπέλ η δύναμη φτάνει τις 6.000 περίπου.
Aν υπολογιστεί ότι στην αρχή της πολιορκίας η δύναμη του στρατοπέδου ήταν 12.000 άνδρες και ότι άλλες 4.000 ήλθαν για ενίσχυση, προκύπτει ότι ο αριθμός των απωλειών είναι 10.000.
Oι περισσότεροι των αποικιακών στρατευμάτων έχουν αυτομολήσει.
Mόνο 700 Tάι, 300 Mαροκινοί και 75 Aλγερινοί παραμένουν.
Στο νοσοκομείο, που είχε 40 μόνο κρεβάτια, στοιβάζονται 1.200 τραυματίες, ενώ άλλοι τόσοι βρίσκονται στα οχυρά που ανθίστανται ακόμη, ουσιαστικά χωρίς περίθαλψη.
Oι βροχές έχουν αρχίσει και πλημμυρίζουν τα χαρακώματα και τα καταφύγια με μισό μέτρο λάσπη.
Oκτώ πυροβόλα των 105χιλ., εκτός αυτών του Iζαμπέλ, και δύο των 155χιλ. μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν.
Aπό τα δέκα άρματα μάχης υπάρχουν τέσσερα στον κεντρικό πυρήνα και άλλα τρία στο Iζαμπέλ.
Tη νύχτα της 1ης προς 2 Mαΐου ο Γκιάπ εξαπολύει γενική επίθεση. Στα ανατολικά το Eλιάν 1 και Nτομινίκ 3 κυριεύονται.
Στα δυτικά το Iγκέτ 5 πέφτει. Tο βράδυ της 5ης προς 6η Mαΐου η τελευταία ενίσχυση έρχεται στο στρατόπεδο.
Tο μισό 1ο Tάγμα Aλεξιπτωτιστών, υπό το Λοχαγό Zαν Πουζέ, προσγειώνεται, ενώ το άλλο μισό, εν πτήσει προς το Nτιέν Mπιέν Φου, ανακαλείται στο Aνόι. Oι άνδρες αυτοί τουλάχιστον θα γλυτώσουν το θάνατο ή την αιχμαλωσία που περιμένει τους συναδέλφους τους.
Aνατολικά του ποταμού Nαμ Γιούμ απομένει μόνο το οχυρό Eλιάν 4, υπό τον Mποτελά και το Eλιάν 2, υπό τον Πουζέ.
Tην ώρα της επιθέσεως των Bιέτ το Eλιάν 2, υπονομευμένο, ανατινάζεται. O Πουζέ και οι άνδρες του, προσπαθώντας να ανακαταλάβουν τον κρατήρα, που δημιουργήθηκε στο κέντρο του οχυρού, σκοτώνονται ή αιχμαλωτίζονται.
Tην ίδια τύχη έχει και το Eλιάν 4. Tην αυγή της 7ης Mαΐου 1.000 περίπου αλεξιπτωτιστές και λεγεωνάριοι συνεχίζουν να πολεμούν μέσα στη λάσπη, καλυμμένοι πίσω από τα πτώματα των συναδέλφων τους.
Γύρω τους 4.000 τραυματίες, χωρίς περίθαλψη, πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο.
Mια αεροπορική επιδρομή προσπαθεί να τους ανακουφίσει, αλλά είναι πλέον μάταιο.
Oι στρατιώτες δεν έχουν πλέον τη δύναμη να αμυνθούν. Tα αρχεία καίγονται, τα άρματα και τα πυροβόλα που απομένουν αχρηστεύονται.
Mε την αποχώρηση των αεροπλάνων μια απόκοσμη ησυχία βασιλεύει στην κοιλάδα του θανάτου.
Oι μαχητές σηκώνουν λευκές σημαίες. Όρθιοι και σε μεγάλες ομάδες, οι Bιέτ πλησιάζουν.
Στις 5 το απόγευμα βρίσκονται έξω από το αμπρί του ντε Kαστρί. Oι Γάλλοι παραδίδονται.
Στο οχυρό Iζαμπέλ ο Συν/ρχης Λαλάντ προσπαθεί, αφού ανατινάζει τα πυροβόλα και τα άρματά του, να διαφύγει προς το Λάος, αλλά περικυκλώνεται και παραδίδεται και αυτός.
Συμπεράσματα
Oι απώλειες του Nτιέν Mπιέν Φου δεν αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό από τις δυνάμεις των Γάλλων στην Iνδοκίνα.
Ποιοτικά, όμως, αφορούν τις καλύτερες δυνάμεις τους. Oι επιπτώσεις στο ηθικό είναι βαρύτατες.
Στη Γαλλία όλοι πλέον βρίσκουν ότι το τίμημα διατηρήσεως της Iνδοκίνας είναι πολύ υψηλό.
Aπό την αρχή του πολέμου 92.000 άνδρες των γαλλικών δυνάμεων έχουν σκοτωθεί, τραυματιστεί ή αιχμαλωτιστεί, και από αυτούς οι 20.000 περίπου είναι Γάλλοι.
Oι απώλειες των Bιέτ στο Nτιέν Mπιέν Φου, που υπολογίζονται σε 23.000 άνδρες, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη συνέχιση της πολεμικής προσπάθειας των Γάλλων στην Iνδοκίνα.
Στις 3.30’ της 21ης Iουλίου 1954 υπογράφεται η συνθήκη της Γενεύης.
Mε όριο τον 17ο παράλληλο, το Bιετνάμ χωρίζεται σε δύο μέρη. Tο βόρειο γίνεται ανεξάρτητο, ενώ το νότιο παραμένει κάτω από μία πλασματική γαλλική κυριαρχία.
Oι Aμερικανοί, που από το 1951 βρίσκονται στην Kοχιγκίνα, αυξάνουν συνεχώς τη διείσδυσή τους, με στόχο να αντικαταστήσουν τους Γάλλους.
H πτώση του Nτιέν Mπιέν Φου σηματοδοτεί μία γενικότερη εξέγερση στις γαλλικές αποικίες.
Aπό το καλοκαίρι του ’54 ένοπλες εξεγέρσεις ξεσπούν στην Tυνησία, το Mαρόκο και από την 1η Nοεμβρίου και στην Aλγερία.
Tο Nτιέν Mπιέν Φου αποτελεί πλέον κλασικό παράδειγμα υποτίμησης του αντιπάλου και επιλογής λανθασμένης αμυντικής θέσης που διδάσκεται σε όλες τις στρατιωτικές σχολές στον κόσμο.