Μοιάζει περισσότερο με σκηνικό ταινίας παρά με πραγματικό μέρος. Ένας μικρός λευκός φάρος βρίσκεται στην κορυφή ενός σχεδόν κάθετου βράχου, δεκάδες μέτρα πάνω από τα παγωμένα νερά του Ατλαντικού. Γύρω του δεν υπάρχει λιμάνι, παραλία ή κάποιο ασφαλές μονοπάτι διαφυγής. Μόνο θάλασσα, αέρας και απότομος βράχος.

Είναι ο Þrídrangaviti, γνωστότερος διεθνώς ως Thridrangar Lighthouse, ένας από τους πιο απομονωμένους και εντυπωσιακούς φάρους στον κόσμο. Βρίσκεται στο αρχιπέλαγος Vestmannaeyjar της Ισλανδίας, περίπου 7 χιλιόμετρα από την ακτή, πάνω στον ψηλότερο από τρεις θαλάσσιους βράχους.

Το εντυπωσιακότερο, όμως, δεν είναι το πού βρίσκεται.

Είναι το πώς κατάφεραν να τον χτίσουν τη δεκαετία του 1930, χωρίς ελικόπτερα και σύγχρονα μηχανήματα.

Ένας φάρος πάνω σε έναν σχεδόν κάθετο βράχο

Οι τρεις βραχώδεις σχηματισμοί αποτελούσαν κίνδυνο για τα πλοία που κινούνταν στα νερά νότια της Ισλανδίας. Η δημιουργία ενός φάρου στην περιοχή είχε επομένως ξεκάθαρη χρησιμότητα.

Το πρόβλημα ήταν ότι το κατάλληλο σημείο για την κατασκευή του βρισκόταν στην κορυφή ενός βράχου περίπου 36 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, με σχεδόν κάθετες πλευρές που βρέχονταν συνεχώς από τα κύματα και το θαλασσινό νερό.

Οι εργασίες προετοιμασίας άρχισαν το 1938 και η κατασκευή ολοκληρώθηκε το 1939. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η δυνατότητα να μεταφερθούν οι εργάτες στην κορυφή με ελικόπτερο.

Έπρεπε πρώτα να φτάσουν μέχρι τον βράχο με βάρκα.

Και μετά να τον σκαρφαλώσουν.

Έφεραν ορειβάτες για να ανοίξουν τον δρόμο

Για την επιχείρηση επιστρατεύθηκαν έμπειροι αναρριχητές από τα νησιά Vestmannaeyjar, άνθρωποι εξοικειωμένοι με τους απότομους θαλάσσιους γκρεμούς της περιοχής.

Με τρυπάνια, σφυριά, μεταλλικούς σφιγκτήρες και βαριές αλυσίδες άρχισαν να δημιουργούν μια στοιχειώδη διαδρομή πάνω στον βράχο. Οι αλυσίδες στερεώνονταν σταδιακά ώστε οι άνδρες να μπορούν να ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα.

Η διαδικασία γινόταν ακόμη δυσκολότερη από τις συνθήκες του Ατλαντικού. Ακόμη και με σχετικά καλό καιρό, η θαλασσοταραχή έκανε δύσκολη τη μεταφορά των ανδρών από τη βάρκα στον βράχο.

Και όταν ο καιρός χειροτέρευε, οι εργάτες έπρεπε να εγκαταλείψουν την προσπάθεια πριν η επιστροφή τους γίνει αδύνατη.

Η στιγμή που ανέβηκαν ο ένας πάνω στον άλλον

Το πιο απίστευτο περιστατικό συνέβη όταν οι πρώτοι αναρριχητές πλησίασαν στην κορυφή.

Εκεί ο βράχος δεν τους πρόσφερε πλέον αρκετά σημεία για να πιαστούν. Τα εργαλεία τους δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν να καλύψουν τα τελευταία μέτρα.

Η λύση που βρήκαν ακούγεται σήμερα σχεδόν αδιανόητη.

Ο ένας άνδρας γονάτισε πάνω στον βράχο. Ένας δεύτερος ανέβηκε στην πλάτη του και ένας τρίτος σκαρφάλωσε πάνω στους δύο πρώτους ώστε να μπορέσει να φτάσει στην άκρη της κορυφής.

Ο Árni G. Þórarinsson, που συμμετείχε στο έργο, περιέγραψε αργότερα την εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία και παραδέχτηκε ότι ακόμη και για τον ίδιο ήταν δύσκολο να την παρακολουθεί.

Από εκείνη τη στιγμή άνοιξε ουσιαστικά ο δρόμος για την κατασκευή.

Όλα ανέβηκαν με ανθρώπινα χέρια

Το επόμενο πρόβλημα ήταν εξίσου μεγάλο.

Δεν αρκούσε να ανέβουν οι εργάτες. Έπρεπε να φτάσουν στην κορυφή εργαλεία, οικοδομικά υλικά και οτιδήποτε ήταν απαραίτητο για να δημιουργηθεί ένα πραγματικό κτίσμα πάνω σε έναν βράχο στη μέση της θάλασσας.

Τα υλικά μεταφέρονταν με πλοιάρια και στη συνέχεια ανεβαίναν προς την κορυφή. Δεν υπήρχε βαρύς μηχανολογικός εξοπλισμός που θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά. Το έργο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ανθρώπινη δύναμη και στην εμπειρία των αναρριχητών.

Για ένα διάστημα, μάλιστα, μέλη της ομάδας παρέμειναν πάνω στον βράχο σε σκηνές ώστε να μπορέσουν να ολοκληρώσουν τις εργασίες.

Ο ίδιος ο φάρος ολοκληρώθηκε το 1939, όμως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δημιούργησε καθυστερήσεις στην παράδοση του φωτιστικού εξοπλισμού από τη Δανία. Τελικά τέθηκε σε λειτουργία τον Ιούλιο του 1942.

Ένα βήμα από το κενό

Οι φωτογραφίες του Þrídrangaviti εξηγούν γιατί έχει αποκτήσει σχεδόν μυθική φήμη στο διαδίκτυο.

Η κορυφή του βράχου είναι μικροσκοπική. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο φάρος και από την άλλη το μικρό ελικοδρόμιο που δημιουργήθηκε αργότερα για να διευκολύνει την πρόσβαση των συνεργείων.

Ανάμεσά τους υπάρχει ένας στενός εξωτερικός χώρος με τον Ατλαντικό να βρίσκεται δεκάδες μέτρα χαμηλότερα.

Η εικόνα είναι αρκετή για να προκαλέσει ίλιγγο ακόμη και σε κάποιον που την κοιτάζει από την ασφάλεια της οθόνης του.

Σήμερα η κατάσταση είναι φυσικά διαφορετική από εκείνη που αντιμετώπισαν οι πρώτοι κατασκευαστές. Ο φάρος είναι αυτοματοποιημένος και οι εργασίες συντήρησης πραγματοποιούνται με πρόσβαση μέσω ελικοπτέρου. Δεν είναι τουριστικό αξιοθέατο στο οποίο μπορεί κάποιος απλώς να αγοράσει εισιτήριο και να ανέβει.

Το μέρος που έγινε διάσημο από ψηλά

Για δεκαετίες ο Þrídrangaviti ήταν γνωστός κυρίως στους ναυτικούς και στους κατοίκους της περιοχής.

Οι εντυπωσιακές εναέριες φωτογραφίες και τα βίντεο που εμφανίστηκαν αργότερα στο διαδίκτυο τον έκαναν γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Από ψηλά γίνεται αντιληπτή η πραγματική κλίμακα του τοπίου: ένας μικροσκοπικός λευκός φάρος πάνω σε έναν σκοτεινό βράχο που ξεπροβάλλει σχεδόν κατακόρυφα από τον ωκεανό.

Και τότε προκύπτει αναπόφευκτα η ίδια ερώτηση:

Πώς κατάφεραν να χτίσουν κάτι εκεί πάνω πριν από σχεδόν 90 χρόνια;

Η απάντηση είναι ίσως ακόμη πιο εντυπωσιακή από την ίδια την εικόνα. Δεν υπήρχε κάποιο ξεχασμένο μονοπάτι, ούτε κάποια τεχνολογία που έκανε το έργο εύκολο.

Υπήρχαν βάρκες, αλυσίδες, σφυριά, τρυπάνια και άνθρωποι που σκαρφάλωσαν σε έναν βρεγμένο βράχο πάνω από τον Ατλαντικό.

Και στα τελευταία μέτρα, όταν δεν υπήρχε πια τίποτα από το οποίο να μπορούν να πιαστούν, ανέβηκαν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον.