
25 Φεβρουαρίου 1973 στο νυχτερινό κέντρο Νεράιδα, ξαφνικά ένας άντρας μαχαιρώνει όσους είναι στην πίστα.
Ο Νίκος Κοεμτζής, ένας άνθρωπος με λερωμένο ποινικό μητρώο (Τον Φεβρουάριο του 1973 μόλις είχε αποφυλακιστεί, μετά από καταδίκη του για κλοπή) ετοιμαζόταν να εγκληματίσει, όταν ο αδελφός του Κοεμτζή, Δημοσθένης, παράγγειλε για «πάρτη του» τις «Βεργούλες» του Βαμβακάρη, να το χορέψει ζεμπεκιά ο αδερφός του που χόρευε ωραία. Η πίστα όμως δεν άδειασε παρά τα λόγια του τραγουδιστή για να αφήσουν χώρο στον Κοεμτζή.
Κάποιοι συνέχισαν να χορεύουν, αγνοώντας την «παραγγελιά» κάτι που έκανε τον αδερφό Κοεμτζή να θολώσει. Ο Νίκος Κοεμτζής τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώνη και χύμηξε σαν πεινασμένο θηρίο με βρυχηθμό: «Παραγγελιά ρεεεε!». Σκοτώνει δυο αστυνομικούς που χορεύουν, ονόματι Δημήτριος Πεγιάς και Μανώλης Χριστοδουλάκης και τέλος έναν ακόμη, τον φανοποιό Γιάννης Κούρτης. Ο Nίκος καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο, ο αδερφός του Δημοσθένης σε τριετή φυλάκιση. Η κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, μετέτρεψε τον Κοεμτζή σε ισοβίτη. Αποφυλακίστηκε το 1996, και πέθανε στο δρόμο, το 2011.
Η ταινία “Παραγγελιά” που γυρίστηκε για τη ζωή του Κοεμτζή, έχει πάρει πέντε βραβεία (καλύτερης ταινίας, ανδρικής ερμηνείας – Αντώνης Αντωνίου, μουσικής, μοντάζ, ηχοληψίας) στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1980.
«Αγαπούσα τους ανθρώπους κάποτε μου έγινε αφάνταστα δύσκολο να τους αγαπώ… από τότες που χτύπαγαν τον πατέρα μου, από μικρό παιδί, απόχτησα ένα μίσος κατά της αστυνομίας. Την αστυνομία την εννοούσα σαν κράτος της Δεξιάς και την μισούσα. Την μισούσα και την σιχαινόμουνα όσο τίποτα στον κόσμο. Δεν έκλεψα ή δεν αδίκησα ποτέ μου έναν φτωχό ή έναν ιδεολόγο ή έναν ρέστο. Είχα αδυναμία στους αστυνομικούς! Όταν σε προδίδουν οι άνθρωποι αγαπάς αόριστα τον κόσμο. Είναι λιγότερο βασανιστικό αυτό», είχε πει σε συνέντευξή του μέσα από τη φυλακή.