Σαν σήμερα 27 Μαΐου του 1961 η Νίτα Μπέικερ στραγγάλισε τα τρία ανήλικα παιδιά της στο σπίτι της οικογένειας στο Καλαμάκι, καθώς να ήθελε να εκδικηθεί τον σύζυγό της, Αμερικανό λοχία Τζόελ Μπέικερ.

Οι εφημερίδες της εποχής την αποκάλεσαν «Αμερικανίδα Μήδεια».

Πρόκειται για μια υπόθεση που, δεκαετίες αργότερα, επανέρχεται συχνά στη δημόσια μνήμη ως ένα από τα πιο σοκαριστικά εγκλήματα με θύματα παιδιά στην Ελλάδα.

Αν οι εκλογές γινόντουσαν την ερχόμενη Κυριακή, τι θα ψηφίζατε από τα νέα κόμματα;

Loading ...

Σαν σήμερα, πριν από 65 χρόνια, η Αμερικανίδα Νίτα Μπέικερ έγραψε μια επιστολή προς τον σύζυγό της και την τοποθέτησε μέσα στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο της Βίβλου, στο εδάφιο περί μοιχείας.

Στη συνέχεια, πήγε στα κρεβάτια όπου κοιμούνταν τα τρία παιδιά της. Πρώτα στραγγάλισε τη 2,5 ετών Κίτι και έπειτα την 5χρονη Σουζάνα.

Όταν επιχείρησε να σκοτώσει με τον ίδιο τρόπο τον 8χρονο Τζόελ, εκείνος ξύπνησε και αντιστάθηκε. Τότε, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, τον χτύπησε με αμβλύ αντικείμενο στο κεφάλι μέχρι να τον σκοτώσει.

Αργότερα το ίδιο βράδυ, η Νίτα Μπέικερ επιχείρησε να αυτοκτονήσει, καρφώνοντας ένα μαχαίρι στον λαιμό της, χωρίς να τα καταφέρει.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο σύζυγός της, λοχίας της αμερικανικής βάσης στο Ελληνικό, επέστρεψε στο σπίτι τους στο Καλαμάκι.

Βρήκε την πόρτα σφηνωμένη με μια εφημερίδα και, μπαίνοντας στο σπίτι, εντόπισε τα τρία παιδιά νεκρά και τη σύζυγό του τραυματισμένη.

Η αστυνομία που έφτασε στο σημείο βρήκε την επιστολή που είχε αφήσει η Νίτα Μπέικερ. Σε αυτήν κατηγορούσε τον σύζυγό της για απιστία και έγραφε:

«Ελπίζω να είσαι τώρα ελεύθερος. Βαρέθηκα κάθε βράδυ τα όργιά σου. Είναι βρωμερή ντροπή για μένα που αναγκάζομαι να αφαιρέσω τη ζωή από αυτά τα τόσο όμορφα και καλά παιδιά, αλλά δεν πρόκειται να τα αφήσω να μεγαλώσουν και να μάθουν το τι έκανες. Κάθε βράδυ μου λες κι από ένα άλλο ψέμα. Θα έπρεπε να σκεφτείς τα παιδιά όταν άρχιζες τα όργια σου.

Αυτό που έκανα σήμερα θα έπρεπε να το κάνω πριν εννέα χρόνια. Τότε θα ήταν πιο εύκολο. Το ποτό μπορώ να το αντέξω. Όχι και τα όργιά σου. Αν και εκείνη είναι (λέξη δυσανάγνωστη), ας σε κρατήσει. Ας σου πλένει τα κραγιόν από το πουκάμισο. Εγώ βαρέθηκα πια. Κάτι έπρεπε να γίνει.

Θα μπορούσα να γυρίσω με τα παιδιά μου στην Αμερική. Έχω για αυτά ένα καλό χριστιανικό σπίτι, αλλά είσαι τόσο παράλογος που αυτό δεν θα ωφελούσε διόλου. Τα καταφέρνεις να τα κάνεις όλα με το μαλακό και το έχεις κανονίσει μια χαρά για σένα. Εδώ και αρκετό καιρό ξέρω τι κάνεις κάθε βράδυ. Τώρα μπορείς να συνεχίσεις…».

Λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα, η Νίτα Μπέικερ είχε βρει έναν φάκελο με φωτογραφία του συζύγου της μαζί με μια γυναίκα.

Όπως προέκυψε αργότερα, επρόκειτο για τη Βενετία Σιταρά, τηλεφωνήτρια στην αμερικανική βάση του Ελληνικού, με καταγωγή από τον Πειραιά.

Στη δίκη που ακολούθησε, η ίδια υποστήριξε ότι έκανε μαθήματα ελληνικών στον Τζόελ Μπέικερ και ότι, τον τελευταίο μήνα, τα μαθήματα γίνονταν σε εξωτερικούς χώρους. Από εκεί, σύμφωνα με την κατάθεσή της, προέκυψε και η φωτογραφία.

Μετά το έγκλημα, η Νίτα Μπέικερ φέρεται να κατέθεσε:

«Πριν από έξι μήνες ήμουν η πιο ευτυχισμένη μητέρα στον κόσμο. Μετά έμαθα ότι ο άντρας μου με απατούσε με μια άλλη. Δεν έπρεπε να ζήσουμε ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου».

Στη διάρκεια της ανάκρισης εμφανίστηκε χωρίς μεταμέλεια, ενώ, σύμφωνα με τις περιγραφές της εποχής, δεν ρώτησε τι απέγιναν τα παιδιά της και δήλωνε ότι δεν θυμόταν την απόπειρα αυτοκτονίας. Στις δίκες που ακολούθησαν παρέμεινε ανέκφραστη και δεν ζήτησε συγγνώμη.

Το πρώτο δικαστήριο ενόρκων την άφησε ελεύθερη, καθώς κρίθηκε ψυχικά διαταραγμένη.

Η απόφαση, όμως, ανατράπηκε και σε δεύτερο δικαστήριο καταδικάστηκε σε 16 χρόνια φυλάκιση. Τελικά έλαβε χάρη και, έπειτα από δύο χρόνια, επέστρεψε στις ΗΠΑ.

Αργότερα, σε επιστολή προς τον δικηγόρο της, έγραψε ότι είχε αναρρώσει από τα ψυχολογικά της προβλήματα και ότι νοσταλγούσε πολύ την Ελλάδα.

Η ιστορία της Νίτα Μπέικερ μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Ζιλ Ντασέν με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη στον Αύγουστο του 1978, με τίτλο «Κραυγή γυναικών».