
Το 1978, ο Έλληνας κυβερνήτης Σήφης Μιγάδης βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση κατά τη διάρκεια υπερατλαντικής πτήσης.
Η πτήση, με ένα Boeing 747 που είχε απογειωθεί από το αεροδρόμιο Ελληνικού με προορισμό τη Νέα Υόρκη, μετέφερε περισσότερους από 400 επιβάτες και πλήρωμα. Η απογείωση είχε πραγματοποιηθεί ομαλά και οι συνθήκες αρχικά ήταν ιδανικές.
Λίγο μετά την αναχώρηση, όμως, σημειώθηκε σοβαρή βλάβη όταν ένας από τους κινητήρες παρουσίασε καταστροφική αστοχία, προκαλώντας έντονο θόρυβο και ανησυχία στο πλήρωμα και τους επιβάτες. Το αεροσκάφος άρχισε να χάνει ύψος, ενώ η ταχύτητα και η αδράνειά του το καθιστούσαν δύσκολο να σταματήσει ή να ανακτήσει άμεσα σταθερότητα.
Ο κυβερνήτης έδωσε άμεσα εντολές στο πλήρωμα, επιχειρώντας να διατηρήσει τον έλεγχο του αεροσκάφους σε εξαιρετικά χαμηλό ύψος, ακόμη και πάνω από κατοικημένες περιοχές. Σε κρίσιμα δευτερόλεπτα, το αεροπλάνο βρέθηκε να πετά πολύ κοντά στο έδαφος, περνώντας πάνω από λόφους και αστικές περιοχές της Αττικής.
Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος χρόνια αργότερα, το αεροσκάφος έφτασε σε ύψος που άγγιζε τις κορυφές κτιρίων, ενώ χρειάστηκαν λεπτές χειριστικές κινήσεις για να αποφευχθούν εμπόδια και να ανακτηθεί σταδιακά η ισχύς.
Σταδιακά, το πλήρωμα κατάφερε να σταθεροποιήσει την πτήση, καθώς η ταχύτητα αυξήθηκε και το αεροσκάφος ανέκτησε ύψος. Ο Μιγάδης αξιολόγησε τις εναλλακτικές και προχώρησε σε ελιγμούς που επέτρεψαν την ασφαλή επιστροφή στο αεροδρόμιο Ελληνικού.
Η προσγείωση πραγματοποιήθηκε τελικά με επιτυχία, χωρίς τραυματισμούς, χάρη στην ψυχραιμία και τον χειρισμό του πληρώματος, αποτρέποντας μια πιθανή αεροπορική τραγωδία.