Πληθαίνουν οι καταγγελίες των καταναλωτών για αυξήσεις στα είδη πρώτης ανάγκης που επιβαρύνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό με το φαινόμενο της ακρίβειας να έχει γίνει ιδιαίτερα αισθητό την περίοδο πριν από το Πάσχα με τις τιμές του οβελία να είναι αυξημένες σε σχέση με τις αντίστοιχες τιμές του 2020.

Είναι ενδεικτικό ότι η τιμή του κιλού στα αμνοερίφια έφτασε τα 12 ευρώ το κιλό από 8 ευρώ που πωλούνταν το 2020.

Ωστόσο οι ανατιμήσεις δεν σταμάτησαν εκεί αλλά συνεχίζονται σε μία σειρά από είδη πρώτης ανάγκης, που σε συνδυασμό με την αύξηση στις τιμές των καυσίμων και το «πληγωμένο» εισόδημα λόγω πανδημίας δυσχαιρένουν την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός των αυξήσεων στα σούπερ μάρκετ, που ήταν και οι μεγάλοι κερδισμένοι του 2020 αυξάνοντας κατά πολύ τα έσοδά τους.

Η συζήτηση που ανοίγει είναι αν οι ανατιμήσεις δικαιολογούνται με βάση την παγκόσμια εικόνα ή όχι και πως μπορούν να συγκρατηθούν ώστε να μην επιβαρύνουν περαιτέρω τον καταναλωτή σε μια δύσκολη οικονομικά περίοδο.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΙΝΚΑ, «αυτό που επικαλούνται για παράδειγμα οι πωλητές λαϊκών αγορών ότι πήγαιναν κάθε 15 ημέρες και ότι μειώθηκαν οι πάγκοι, γι’ αυτό και αυξήθηκαν οι τιμές, δεν ισχύει για τα σούπερ μάρκετ, καθώς αυτά δεν έκλεισαν καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας.

Όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε τις αυξημένες τιμές προϊόντων, βρίσκουμε δικαιολογίες. Θεωρούμε λοιπόν ως ΙΝΚΑ ότι πολλές επιχειρήσεις βρίσκουν δικαιολογίες για να αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων. Η αύξηση των τιμών πρώτων υλών επηρεάζει τις τελικές τιμές αλλά δεν δικαιολογούνται τέτοιου είδους αυξήσεις.

Παράλληλα ενώ μειώθηκε ο ΦΠΑ από το 24% στο 13% θα περιμέναμε και γενικότερη μείωση τιμών στα προϊόντα, ωστόσο αυτές δεν μειώθηκαν, παρέμειναν σταθερές ή ίσως και να αυξήθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις».