
Η δίκη για τη δολοφονία της 32χρονης Άλμπα στους Αμπελόκηπους από τον 39χρονο σύζυγό της, στα τέλη Νοεμβρίου του 2024, ξεκίνησε σήμερα (22/4/2026) στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας, πριν συμπληρωθεί το ανώτατο όριο της 18μηνης προφυλάκισής του.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο άνδρας φέρεται να επιτέθηκε στη σύζυγό του –μητέρα των δύο παιδιών τους– χτυπώντας την με σφυρί και στη συνέχεια να την στραγγάλισε με καλώδιο φορτιστή. Έπειτα, μετέφερε τη σορό της στο πατάρι του σπιτιού, όπου και παρέμεινε για περίπου μία εβδομάδα.
Κατά το διάστημα αυτό, τα δύο παιδιά της οικογένειας, σήμερα 13 και 11 ετών, συνέχιζαν κανονικά την καθημερινότητά τους στο ίδιο σπίτι, ενώ ο κατηγορούμενος προσποιούνταν ότι αναζητά τη σύζυγό του, εξαπατώντας τόσο τα παιδιά όσο και τους συγγενείς της.
Μάλιστα, έστειλε μήνυμα στους γιους του λέγοντας ότι «η μαμά έφυγε για να βρει χρήματα και θα αργήσει να επιστρέψει», ενώ από το κινητό της γυναίκας επικοινωνούσε με την αδελφή της, ισχυριζόμενος ότι βρίσκεται καλά και ότι έχει φύγει με φίλο της στην Ιταλία, ζητώντας να μην ενημερωθούν οι Αρχές.
Τελικά, στις αρχές Δεκεμβρίου, ο ίδιος κάλεσε την αστυνομία και ομολόγησε την πράξη του. Κατά την έναρξη της δίκης, πήρε τον λόγο και αρνήθηκε την κατηγορία όπως αποδίδεται, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε προμελέτη.
«Ήμουν σε κατάσταση έντονης φόρτισης, όλα έγιναν εκείνη τη στιγμή», ανέφερε, ζητώντας συγγνώμη από τα παιδιά του και την οικογένεια του θύματος. Στην προανάκριση είχε ισχυριστεί ότι το έγκλημα συνέβη όταν έμαθε για εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του με άτομο από το περιβάλλον του.
Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η κατάθεση της μητέρας της 32χρονης, η οποία δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας. Όπως είπε, ο κατηγορούμενος την είχε καλέσει τηλεφωνικά προσποιούμενος ότι ανησυχεί, λέγοντάς της πως η κόρη της είχε φύγει από το σπίτι με βαλίτσα. «Ρώτησα τον εγγονό μου πού είναι η μητέρα του και μου είπε ότι δεν ξέρει», ανέφερε μέσω διερμηνέα.
Η ίδια τόνισε πως, παρότι υπήρχαν δυσκολίες στη σχέση του ζευγαριού, τίποτα δεν δικαιολογεί ένα τέτοιο έγκλημα.
«Η κόρη μου δούλευε πολύ, έκανε τρεις δουλειές γιατί εκείνος δεν συνεισέφερε οικονομικά. Μου είχε πει ότι δεν ήταν ευτυχισμένη, αλλά όχι ότι θα έφευγε», είπε, ενώ με δάκρυα στα μάτια πρόσθεσε: «Δεν θέλω να του κάνουν κακό, θέλω να μου φέρει πίσω το παιδί μου. Μπορεί;».
Καταθέτοντας στη συνέχεια, συνάδελφος του κατηγορούμενου από την οικοδομή τον περιέγραψε ως εργατικό και αφοσιωμένο στα παιδιά του, επισημαίνοντας ότι τις ημέρες πριν το περιστατικό φαινόταν σκεπτικός και έλεγε πως η σύζυγός του είχε φύγει από το σπίτι. «Μας σόκαρε αυτό που συνέβη, δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε», ανέφερε.
Από την πλευρά του, ο αδελφός του κατηγορούμενου κατέθεσε ότι εκείνος αγαπούσε την οικογένειά του και πως, σύμφωνα με όσα του είπε, το έγκλημα συνέβη όταν η σύζυγός του του ανακοίνωσε ότι θέλει να τον χωρίσει και να φύγει με άλλον άνδρα, παίρνοντας μαζί της ένα από τα παιδιά.
«Μου είπε ότι θόλωσε, πήρε το σφυρί και τη χτύπησε. Σκέφτηκε να αυτοκτονήσει αλλά δεν το έκανε για τα παιδιά του», ανέφερε, περιγράφοντάς τον ως καλό πατέρα και άνθρωπο χωρίς προβλήματα στο παρελθόν.
Η δίκη αναμένεται να συνεχιστεί τον ερχόμενο Μάιο.