Καθώς πλησιάζει ο Ιούνιος, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα βρίσκεται το επίδομα άδειας και ο τρόπος καταβολής του.

Το ισχύον νομικό πλαίσιο προβλέπει με σαφήνεια τόσο τον υπολογισμό όσο και τον χρόνο πληρωμής των αποδοχών άδειας και του σχετικού επιδόματος, το οποίο αποτελεί θεσμοθετημένο δικαίωμα για όλους τους μισθωτούς.

Κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας, ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει τις κανονικές αποδοχές του, δηλαδή το ποσό που θα εισέπραττε αν εργαζόταν κανονικά. Σε αυτό το ποσό περιλαμβάνονται σταθερές και τακτικές αμοιβές, όπως η εργασία σε νύχτες, Κυριακές και αργίες, καθώς και η τακτική υπερεργασία ή νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, εφόσον αυτή αποτελεί πάγια πρακτική.

Αντίθετα, δεν υπολογίζονται στις αποδοχές άδειας έκτακτες ή παράνομες υπερωρίες, όπως και η αναλογία των δώρων εορτών.

Παράλληλα με τις αποδοχές άδειας, ο εργαζόμενος λαμβάνει και το επίδομα άδειας, το οποίο υπολογίζεται με βάση τις ίδιες αποδοχές αλλά υπόκειται σε ανώτατα όρια: για τους μισθωτούς αντιστοιχεί έως το 50% του μηνιαίου μισθού, ενώ για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή ωρομίσθιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 13 ημερομίσθια.

Η νομοθεσία προβλέπει ότι η καταβολή τόσο των αποδοχών όσο και του επιδόματος άδειας γίνεται προκαταβολικά, με την έναρξη της κανονικής άδειας του εργαζομένου.

Σε περίπτωση λήξης της εργασιακής σχέσης πριν τη λήψη της άδειας, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει αναλογικά το ποσό που αντιστοιχεί στην άδεια που δεν έχει ληφθεί.

Τέλος, οι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα να αιτηθούν την άδεια τους σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με τον εργοδότη να υποχρεούται να τη χορηγήσει και να καταβάλει το σχετικό επίδομα εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών.