Μια απλή αλλαγή στον τρόπο που συμμετέχουμε σε μια συζήτηση μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι για εμάς. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Personality and Social Psychology, το να δείχνουμε πραγματικό ενδιαφέρον για τον συνομιλητή μας μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία καλύτερης επικοινωνίας.

Το βασικό εργαλείο είναι μια απλή ερώτηση. Όταν κάποιος ρωτά τον συνομιλητή του κάτι σχετικό με όσα έχει ήδη πει και στη συνέχεια δείχνει ενδιαφέρον για την απάντηση, δημιουργείται η αίσθηση ότι ακούει πραγματικά και συμμετέχει στη συζήτηση.

Οι ερευνητές σημειώνουν χαρακτηριστικά: «Οι ερωτήσεις σε μια συζήτηση είναι ένας εύκολος και αποτελεσματικός τρόπος να την κρατήσεις ζωντανή και να δείξεις πως ενδιαφέρεσαι για ό,τι είπε ο συνομιλητής σου».

Η Άλισον Γουντ Μπρουκς, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Χάρβαρντ, έχει αναφερθεί επίσης στη σημασία των ερωτήσεων στην επικοινωνία. Όπως εξηγεί, μπορούν να δημιουργήσουν μια κατάσταση στην οποία και οι δύο πλευρές κερδίζουν, καθώς ο ένας δείχνει ενδιαφέρον και παράλληλα μαθαίνει περισσότερα για τον άλλον.

«Συγκριτικά με όσους δεν κάνουν πολλές ερωτήσεις, οι άνθρωποι που κάνουν, δείχνουν πιο συμπαθείς και μαθαίνουν περισσότερα από τους συνομιλητές τους», ανέφερε.

Ωστόσο, η έρευνα δεν αφορά απλώς τον αριθμό των ερωτήσεων. Σημαντικό ρόλο παίζουν τόσο η ποιότητα όσο και η ποσότητά τους. Μια ερώτηση που σχετίζεται άμεσα με τη συζήτηση μπορεί να λειτουργήσει θετικά, ενώ οι συνεχείς και αδιάκοπες ερωτήσεις μπορεί να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Για παράδειγμα, σε μια συζήτηση με έναν συνάδελφο, μια ερώτηση σχετικά με τη δουλειά, τα ενδιαφέροντα ή τις δεξιότητές του μπορεί να αποτελέσει έναν φυσικό τρόπο για να συνεχιστεί η κουβέντα.

Το σημαντικό είναι η ερώτηση να μην μοιάζει μηχανική. Χρειάζεται να υπάρχει συνέχεια στη συζήτηση και να φαίνεται ότι η απάντηση του άλλου έχει πραγματικά ακουστεί. Έτσι, η επικοινωνία γίνεται πιο φυσική και μπορεί να εξελιχθεί σε ουσιαστικότερη συζήτηση.

Η τακτική αυτή μπορεί να εφαρμοστεί τόσο σε προσωπικές όσο και σε επαγγελματικές συναντήσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να μιλά κάποιος συνεχώς, αλλά να ακούει, να κάνει μια ουσιαστική ερώτηση και να ανταποκρίνεται σε όσα ακούει.

Με αυτόν τον τρόπο, μια φαινομενικά απλή ερώτηση μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για καλύτερη επικοινωνία, δείχνοντας στον συνομιλητή ότι υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον για όσα λέει.