Το πρόβλημα που δημιουργείται στην ελληνική κτηνοτροφία με τις μαζικές σφαγές αιγοπροβάτων, εξαιτίας της ευλογιάς, αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP).

Τρεις μήνες μετά τη θανάτωση εκατοντάδων ζώων από κρατικές κτηνιατρικές υπηρεσίες στο πλαίσιο των μέτρων περιορισμού της επιδημίας, ο κτηνοτρόφος Κώστας Θεοφίλου περιγράφει την απόγνωση που βιώνει, αντικρίζοντας τον άδειο στάβλο του.

Όπως αναφέρει, από τη μονάδα του ζούσαν τρεις οικογένειες, ενώ πλέον καλείται να αντιμετωπίσει ένα αβέβαιο επαγγελματικό μέλλον.

Από τον Αύγουστο του 2024 έως τις αρχές Μαρτίου, περισσότερα από 480.000 αιγοπρόβατα έχουν σφαγιαστεί, κυρίως στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση της νόσου.

Ιδιαίτερα έντονες είναι οι επιπτώσεις στη Θεσσαλία, όπου παράγεται περίπου το 45% της φέτας, με βάση το πρόβειο και κατσικίσιο γάλα.

Η περιοχή, που αποτελεί βασικό πυλώνα της αγροτικής παραγωγής, έχει ήδη πληγεί τα τελευταία χρόνια από ακραία καιρικά φαινόμενα και ζωονόσους, με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του ζωικού πληθυσμού.

Σύμφωνα με τυροκόμους, η παραγωγή γάλακτος έχει μειωθεί φέτος κατά περίπου 40%, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η πτώση φτάνει ακόμη και το 50%.

Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγή φέτας, αλλά και στις τιμές, καθώς το πρόβειο γάλα έχει ήδη καταγράψει αυξήσεις έως και 12%.

Όπως επισημαίνει η τεχνολόγος τροφίμων Χριστίνα Ονασογλού, που δραστηριοποιείται στον κλάδο των γαλακτοκομικών και εξάγει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της, η μείωση των παραδόσεων γάλακτος περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα παραγωγής, θέτοντας σε κίνδυνο τη διατήρηση των εξαγωγών.

Την ίδια στιγμή, ο Εθνικός Διακλαδικός Οργανισμός Φέτας εκτιμά ότι η παραγωγή φέτας ενδέχεται να μειωθεί κατά περίπου 20.000 τόνους έως το 2026, λόγω της έλλειψης πρώτης ύλης.

Υπενθυμίζεται ότι το 2025 η συνολική παραγωγή ανήλθε σε περίπου 140.000 τόνους, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος της απειλής για έναν από τους πλέον δυναμικούς εξαγωγικούς κλάδους της χώρας.