
Το έτοιμο φαγητό κερδίζει σταθερά χώρο στις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, καθώς η έλλειψη χρόνου και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας κάνουν ολοένα περισσότερους καταναλωτές να αναζητούν γρήγορες λύσεις.
Την τάση αυτή αξιοποιούν οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, οι οποίες επεκτείνουν σημαντικά τις επιλογές τους, μετατρέποντας τα καταστήματά τους σε σημεία όπου ο καταναλωτής μπορεί πλέον να αγοράσει όχι μόνο υλικά, αλλά και ένα ολοκληρωμένο γεύμα.
Τα στοιχεία του ΙΕΛΚΑ αποτυπώνουν τη μεταβολή.
Το ποσοστό όσων αγοράζουν έτοιμο μαγειρευτό φαγητό από σούπερ μάρκετ, αυξήθηκε από 16% το 2016 σε 29% το 2026, ενώ την ίδια περίοδο το ποσοστό όσων δεν αγοράζουν ποτέ έτοιμο φαγητό μειώθηκε από 45% σε 39%.
Η αγορά παρουσιάζει πλέον ιδιαίτερα σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα.
Όπως ανέφερε ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, Απόστολος Πεταλάς, ο τζίρος της ελληνικής αγοράς έτοιμου φαγητού ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ το 2025, με ετήσια ανάπτυξη περίπου 3%.
Στην άνοδο συμβάλλουν οι αλλαγές στη σύνθεση των νοικοκυριών, η αυξημένη απασχόληση, η αστικοποίηση, αλλά και η ζήτηση για ειδικές διατροφικές επιλογές, όπως προϊόντα υψηλής πρωτεΐνης, vegan και gluten free.
Παράλληλα, η ανάπτυξη του quick commerce μέσω πλατφορμών όπως η Wolt και το efood έχει ενισχύσει περαιτέρω την ευκολία πρόσβασης σε έτοιμα γεύματα.
Οι αλυσίδες ανταποκρίνονται επενδύοντας περισσότερο στα τμήματα έτοιμου φαγητού, στα ψυγεία και στα ράφια τους, ενώ δημιουργούν και προϊόντα με δικά τους brands, συχνά σε συνεργασία με σεφ.
Σύμφωνα με έρευνα του ΙΕΛΚΑ σε 800 καταναλωτές, η μέση εβδομαδιαία δαπάνη για έτοιμο φαγητό φτάνει τα 14,79 ευρώ, δηλαδή περίπου 770 ευρώ τον χρόνο.
Βασικό κίνητρο για το 41% είναι η έλλειψη χρόνου για μαγείρεμα, ενώ το 19% θεωρεί ασύμφορο να μαγειρεύει για λίγα άτομα.
Παρά τη διείσδυση της κατηγορίας, το σπιτικό φαγητό παραμένει η προτιμώμενη επιλογή, καθώς θεωρείται από την πλειονότητα πιο νόστιμο και πιο υγιεινό.