
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η εικόνα που καταγράφεται για τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στην PISA 2025, καθώς η χώρα παραμένει αρκετά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σε Μαθηματικά, Φυσικές Επιστήμες και Κατανόηση Κειμένου.
Στην έρευνα συμμετείχαν 6.858 μαθητές και μαθήτριες από την Ελλάδα, αποτελώντας το αντιπροσωπευτικό δείγμα για την αποτύπωση των εθνικών επιδόσεων.
Η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες στα Μαθηματικά, 434 στις Φυσικές Επιστήμες και 423 στην Κατανόηση Κειμένου.
Την ίδια ώρα, ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ ανήλθε αντίστοιχα στις 463, 482 και 461 μονάδες.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται 39 μονάδες χαμηλότερα στα Μαθηματικά, 48 μονάδες χαμηλότερα στις Φυσικές Επιστήμες και 38 μονάδες χαμηλότερα στην Κατανόηση Κειμένου.
Μάλιστα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι περίπου 20 μονάδες στην κλίμακα της PISA αντιστοιχούν περίπου σε ένα σχολικό έτος μάθησης, γεγονός που δείχνει το μέγεθος της απόστασης.
Νέα πτώση σε σχέση με το 2022
Σε σύγκριση με την προηγούμενη έρευνα του 2022, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών υποχώρησαν και στα τρία πεδία.
Στα Μαθηματικά η Ελλάδα έχασε 6 μονάδες, στις Φυσικές Επιστήμες 7 μονάδες, ενώ στην Κατανόηση Κειμένου η πτώση έφτασε τις 16 μονάδες.
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά την Κατανόηση Κειμένου, καθώς η συγκεκριμένη μεταβολή χαρακτηρίζεται στατιστικά σημαντική.
Αντίθετα, οι μεταβολές στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες δεν θεωρούνται στατιστικά σημαντικές και περισσότερο παραπέμπουν σε σταθεροποίηση παρά σε νέα μεγάλη επιδείνωση.
Το στοιχείο αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι η PISA 2025 ήταν δύσκολη συνολικά για τα εκπαιδευτικά συστήματα, με τον ΟΟΣΑ να καταγράφει πολύ χαμηλές επιδόσεις διεθνώς.
Σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν πιάνει το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά
Το πιο ανησυχητικό εύρημα για την Ελλάδα βρίσκεται πίσω από τον μέσο όρο των 424 μονάδων.
Σχεδόν οι μισοί μαθητές, συγκεκριμένα το 49,5%, δεν φτάνουν στο Επίπεδο 2 των Μαθηματικών, το οποίο θεωρείται το βασικό επίπεδο επάρκειας στην κλίμακα της PISA.
Με απλά λόγια, ένας στους δύο μαθητές βρίσκεται κάτω από το επίπεδο στο οποίο θεωρείται ότι μπορεί να αντιμετωπίσει βασικά προβλήματα και να εφαρμόσει στοιχειώδεις μαθηματικές γνώσεις στην καθημερινότητα.
Αντίστοιχα, κάτω από το βασικό επίπεδο βρίσκεται το 43,8% των μαθητών στην Κατανόηση Κειμένου και το 40,9% στις Φυσικές Επιστήμες.
Την ίδια στιγμή, ελάχιστοι είναι οι μαθητές που φτάνουν στις υψηλότερες βαθμίδες επίδοσης. Μόλις 2% κατατάσσεται στα επίπεδα 5 και 6 των Μαθηματικών, ενώ στις Φυσικές Επιστήμες και στην Κατανόηση Κειμένου το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 1%.
Έτσι, το πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης δεν αφορά μόνο τον χαμηλό μέσο όρο, αλλά και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των μαθητών δεν κατακτά τις βασικές γνώσεις, ενώ παράλληλα πολύ λίγοι φτάνουν σε κορυφαίες επιδόσεις.
23η στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Ελλάδα
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα βρίσκεται στην 23η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Πάνω από τη χώρα βρίσκονται τα περισσότερα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα, ενώ η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερες επιδόσεις από την Κύπρο, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία σε βασικούς δείκτες.
Παρά τη χαμηλή θέση, ωστόσο, υπάρχει ένα στοιχείο που διαφοροποιεί την εικόνα σε σχέση με προηγούμενες έρευνες.
Η πολυετής τάση κατά την οποία η Ελλάδα απομακρυνόταν συνεχώς από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ φαίνεται να ανακόπτεται.
Στα Μαθηματικά, μάλιστα, η απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ μειώθηκε κατά περίπου 5 μονάδες, γεγονός που δείχνει μια πρώτη τάση σύγκλισης.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει καλύψει το εκπαιδευτικό χάσμα. Η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά χαμηλά και οι διαφορές παραμένουν μεγάλες.
47η θέση στην επίλυση ψηφιακών προβλημάτων
Η PISA 2025 εξέτασε για πρώτη φορά και την ικανότητα των μαθητών να αντιμετωπίζουν προβλήματα σε ψηφιακά περιβάλλοντα.
Η Ελλάδα συγκέντρωσε 461 μονάδες, έναντι 500 μονάδων που ήταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ.
Η επίδοση αυτή έφερε τη χώρα στην 47η θέση μεταξύ 91 χωρών.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στις παραδοσιακές σχολικές δεξιότητες, αλλά εμφανίζονται και σε ένα πεδίο που συνδέεται άμεσα με τις απαιτήσεις της σύγχρονης ψηφιακής εποχής.
Περισσότεροι υπολογιστές, αλλά όχι αντίστοιχη αξιοποίηση
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας αφορά τον ψηφιακό εξοπλισμό των σχολείων.
Από το 2018 έως το 2025 η διαθεσιμότητα ηλεκτρονικών υπολογιστών για εκπαιδευτική χρήση στην Ελλάδα αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Ωστόσο, η βελτίωση του εξοπλισμού δεν φαίνεται να μεταφράζεται αυτόματα σε καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα.
Οι ίδιοι οι μαθητές αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς και περιορισμένη αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης μέσα στη σχολική τάξη.
Η PISA επισημαίνει παράλληλα ότι η χρήση της τεχνολογίας χρειάζεται να είναι στοχευμένη. Η υπερβολική χρήση και η διάσπαση της προσοχής μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση, ενώ η σωστή αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά στη μάθηση.
Λιγότερα κινητά στα σχολεία
Στα θετικά στοιχεία της έρευνας περιλαμβάνεται η εικόνα σχετικά με τη χρήση κινητών τηλεφώνων.
Στην Ελλάδα, το 98% των μαθητών φοιτά σε σχολεία όπου ισχύει απαγόρευση χρήσης κινητών, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι 49%.
Το ποσοστό στην Ελλάδα ήταν ήδη ιδιαίτερα υψηλό και το 2022, όταν έφτανε το 95%.
Παράλληλα, οι μαθητές εμφανίζουν βελτιωμένο αίσθημα ασφάλειας και μεγαλύτερη αίσθηση ότι ανήκουν στο σχολικό περιβάλλον.
Ωστόσο, εξακολουθούν να καταγράφονται προβλήματα όπως απουσίες, καθυστερήσεις και πειθαρχικά ζητήματα.
Υψηλές προσδοκίες, αλλά σημαντικές ελλείψεις στα σχολεία
Παρά τις χαμηλές επιδόσεις, οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Δηλώνουν επίσης ότι έχουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη και αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη.
Από την άλλη πλευρά, η έρευνα καταγράφει χαμηλότερους δείκτες ως προς την περιέργεια, την επιμονή και την αυτορρύθμιση στη μάθηση.
Σημαντικό πρόβλημα παραμένουν και οι ελλείψεις προσωπικού.
Σύμφωνα με τις απαντήσεις των διευθυντών, το 46% των μαθητών στην Ελλάδα φοιτά σε σχολεία όπου η έλλειψη εκπαιδευτικών αποτελεί εμπόδιο στη διδασκαλία. Το αντίστοιχο ποσοστό στον ΟΟΣΑ είναι 39%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση όσον αφορά το υποστηρικτικό προσωπικό: 78% στην Ελλάδα έναντι 39% στον ΟΟΣΑ.
Το συμπέρασμα της PISA 2025
Η εικόνα που προκύπτει για την Ελλάδα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε ως πλήρης αποτυχία ούτε ως επιτυχία.
Η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη, με σχεδόν έναν στους δύο μαθητές να μην κατακτά το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά.
Παράλληλα, όμως, φαίνεται να έχει ανακοπεί η πολυετής επιδείνωση της σχετικής θέσης της Ελλάδας απέναντι στον ΟΟΣΑ, με τα Μαθηματικά να εμφανίζουν μάλιστα μια μικρή τάση σύγκλισης.
Το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι αν αυτή η σταθεροποίηση θα αποτελέσει απλώς μια παύση της πτώσης ή αν θα μετατραπεί σε πραγματική ανάκαμψη των μαθητικών επιδόσεων.
Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι να αυξηθεί ο αριθμός των μαθητών που ξεπερνούν το βασικό επίπεδο, αλλά και εκείνων που μπορούν να φτάσουν στις υψηλότερες βαθμίδες επίδοσης.