Ο θείος της 45χρονης που δολοφονήθηκε στη Δράμα ξέσπασε κατά του συζυγοκτόνου, υποστηρίζοντας ότι το ζευγάρι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα το τελευταίο διάστημα. Όπως ανέφερε, ο αστυνομικός ασκούσε συνεχώς ψυχολογική πίεση στην ανιψιά του, απειλώντας ότι θα βάλει τέλος στη ζωή του, ενώ εκείνη είχε ήδη αποφασίσει να χωρίσουν καθώς η κατάσταση είχε φτάσει στα όριά της.

Σε ένα περιστατικό που είχε σημειωθεί περίπου δύο εβδομάδες πριν από το έγκλημα, υποστήριξε ότι ο δράστης επέστρεψε από τη δουλειά του και, ενώ η 45χρονη κοιμόταν, την ξύπνησε δείχνοντάς της το όπλο του και λέγοντάς της πως ήταν γεμάτο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η γυναίκα τρομοκρατήθηκε, εγκατέλειψε το σπίτι και κατέφυγε στην αδελφή της, ενώ στη συνέχεια φρόντισε να απομακρυνθεί και το παιδί της από τον χώρο.

Ο θείος της αποκάλυψε ακόμη ότι, έπειτα από επικοινωνία με την ψυχολόγο της, η 45χρονη προχώρησε σε αλλαγή κλειδαριάς, καθώς φοβόταν ότι ο σύζυγός της θα μπορούσε να της προκαλέσει κακό. Παρά τα μέτρα που έλαβε, όπως είπε, εκείνος συνέχιζε να την αναζητά και να επιδιώκει επαφή μαζί της. Μάλιστα, ο ίδιος την είχε παροτρύνει να απευθυνθεί στις Αρχές και να ενημερώσει την υπηρεσία του, με την ίδια να του μεταφέρει ότι είχε ήδη μιλήσει στους ανωτέρους της.

Παράλληλα, εξέφρασε την απορία του για το γεγονός ότι κανείς δεν αντιλήφθηκε την επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση του δράστη, σημειώνοντας ότι η συμπεριφορά του το τελευταίο διάστημα ήταν εμφανώς προβληματική. Όπως τόνισε, η ανιψιά του είχε εκφράσει σε συναδέλφους της φόβους ακόμη και για τη ζωή της.

Σχετικά με το διάστημα που ο αστυνομικός διέμενε στο σπίτι της μητέρας του, ανέφερε ότι, παρότι μετά το περιστατικό με το όπλο είχε χάσει την πρόσβαση στο σπίτι λόγω αλλαγής κλειδαριάς, συνέχιζε να βρίσκει αφορμές για να πλησιάζει την οικογένεια, κυρίως επικαλούμενος την ανάγκη να βλέπει το παιδί του.

Περιγράφοντας τη δολοφονία, ο θείος της 45χρονης υποστήριξε ότι ο δράστης επιτέθηκε στη γυναίκα ενώ εκείνη κοιμόταν στο υπόγειο του σπιτιού. Όπως είπε, τη μαχαίρωσε επανειλημμένα και στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Κατά την εκτίμησή του, τα κίνητρα του δράστη δεν σχετίζονταν με τη ζήλια, αλλά με έντονα αισθήματα κατωτερότητας απέναντι στη σύζυγό του, καθώς δεν άντεχε να τη βλέπει να προχωρά και να είναι ευτυχισμένη χωρίς εκείνον.

Τέλος, υποστήριξε ότι ο αστυνομικός προσπαθούσε μέσω συγγενών, φίλων και συναδέλφων να μεταπείσει την 45χρονη να μην προχωρήσει στον χωρισμό. Παρότι είχε δείξει σημάδια εμμονικής συμπεριφοράς, κανείς από το περιβάλλον τους δεν περίμενε ότι θα έφτανε στο σημείο να διαπράξει ένα τόσο φρικτό έγκλημα.