Ξεκίνησε σήμερα η δεύτερη δίκη του πρώην προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία ο οποίος κατηγορείται ότι υποκίνησε τους οπαδούς του να επιτεθούν στο Καπιτώλιο, στις 6 Ιανουαρίου. Ο Τραμπ δεν θα παραστεί στη δίκη.

Είναι η πρώτη φορά που ένας πρώην πρόεδρος παραπέμπεται με το ερώτημα της καθαίρεσης αφού έχει εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο. Είναι επίσης η πρώτη φορά στα χρονικά που ένας πρόεδρος παραπέμπεται για δεύτερη φορά σε δίκη.

Σύμφωνα με το αμερικανικό Σύνταγμα, χρειάζεται πλειοψηφία των δύο τρίτων της Γερουσίας για να καταδικαστεί ένας πρόεδρος. Μολονότι πολλοί Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές έχουν επικρίνει ανοιχτά τον ρόλο που έπαιξε ο Τραμπ στις ταραχές, μοιάζει απίθανο οι 17 από αυτούς να ενώσουν τις φωνές τους με τους Δημοκρατικούς συναδέλφους τους και να καταδικάσουν τον 45ο πρόεδρο, ο οποίος παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στη βάση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος.

75.000.000 ήταν άλλωστε οι ψήφοι που συγκέντρωνε.

Παρόλα αυτά τα δύο κόμματα συμφωνούν στο ότι η δίκη πρέπει να ολοκληρωθεί σύντομα. Δεν αποκλείεται έτσι η ψηφοφορία να διεξαχθεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Οι Ρεπουμπλικάνοι επειδή δεν θέλουν να επικεντρωθούν σε μια υπόθεση που διχάζει το κόμμα τους, οι Δημοκρατικοί επειδή θέλουν να ασχοληθούν με άλλες προτεραιότητες, όπως είναι η έγκριση των νόμων και η επικύρωση των διορισμών των νέων υπουργών του Τζο Μπάιντεν, παρ΄όλα αυτά τους φοβίζει ο Τραμπ έστω και ως πρώην πρόεδρος.

Η έναρξη της σημερινής ημέρας είναι αφιερωμένη σε διαδικαστικά θέματα, σε μια συζήτηση γύρω από τη συνταγματικότητα ή μη της δίκης: η κάθε πλευρά έχει στη διάθεσή της δύο ώρες για να παρουσιάσει τα επιχειρήματά της και στη συνέχεια θα ακολουθήσει ψηφοφορία.

Το θέμα αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων του Τραμπ, του Ντέβιντ Σόεν και του Μπρους Κάστορ, οι οποίοι θεωρούν «παράλογο και αντισυνταγματικό» να διεξάγεται μια δίκη για την καθαίρεση ενός απλού πολίτη. Το επιχείρημα αυτό το επαναλαμβάνουν και πολλοί Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές.