
Τα αγγλικά έγιναν και επισήμως μία από τις επίσημες γλώσσες της Νέας Ζηλανδίας, μετά την ψήφιση σχετικού νόμου από το Κοινοβούλιο της χώρας.
Παρότι η γλώσσα χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες στην καθημερινότητα, στη δημόσια διοίκηση, στα δικαστήρια και στη νομοθεσία, μέχρι σήμερα δεν υπήρχε συγκεκριμένη νομική κατοχύρωση.
Ο νέος Νόμος για την Αγγλική Γλώσσα ορίζει ότι τα αγγλικά αναγνωρίζονται πλέον ως επίσημη γλώσσα, μαζί με τη γλώσσα των Μαορί (te reo Māori) και τη νοηματική γλώσσα της Νέας Ζηλανδίας.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, πάνω από το 95% του πληθυσμού της χώρας μιλούσε αγγλικά το 2023, ενώ περίπου το 4,3% χρησιμοποιούσε τη γλώσσα των Μαορί και το 0,5% τη νοηματική γλώσσα.
Η πρωτοβουλία προωθήθηκε από το εθνικιστικό κόμμα «Πρώτα η Νέα Ζηλανδία», που υποστήριξε ότι η αγγλική γλώσσα πρέπει να έχει επίσημη θέση στο νομικό πλαίσιο της χώρας.
Ωστόσο, η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις, κυρίως από πολιτικούς που θεωρούν ότι η κίνηση δεν ήταν απαραίτητη και ότι μπορεί να υποβαθμίσει τη σημασία της γλώσσας των Μαορί, η οποία έχει ιστορικά αντιμετωπίσει περιόδους περιθωριοποίησης.
Η βουλευτής των Πρασίνων Ταμάθα Πολ χαρακτήρισε την πρωτοβουλία χάσιμο χρόνου, υποστηρίζοντας ότι η γλώσσα των Μαορί χρειάζεται προστασία επειδή είχε υποστεί συστηματική πίεση μετά την αποικιοποίηση της χώρας.
Η te reo Māori είχε αναγνωριστεί ως επίσημη γλώσσα τη δεκαετία του 1980, στο πλαίσιο προσπαθειών αναβίωσης και προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς των αυτοχθόνων κατοίκων.
Παρά τις επιφυλάξεις, το αντιπολιτευόμενο Εργατικό Κόμμα ψήφισε τελικά υπέρ του νομοσχεδίου, επιτρέποντας την επίσημη αναγνώριση των αγγλικών στο γλωσσικό καθεστώς της Νέας Ζηλανδίας.