
Σε θετικό κλίμα ολοκληρώθηκε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ η συνάντηση μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου στην Ουάσινγκτον.
Μετά το πέρας των συνομιλιών εκδόθηκε κοινή ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ φιλοξένησε τριμερή συνάντηση με τη συμμετοχή Αμερικανών αξιωματούχων και διπλωματικών εκπροσώπων των δύο χωρών. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες ήταν, μεταξύ άλλων, ο σύμβουλος Μάικλ Νίντχαμ, ο Αμερικανός πρέσβης στον Λίβανο Ίσα, καθώς και οι πρέσβεις του Ισραήλ και του Λιβάνου στις ΗΠΑ.
Η συνάντηση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποτελεί την πρώτη υψηλού επιπέδου επαφή μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο χωρών από το 1993. Οι συνομιλίες χαρακτηρίστηκαν παραγωγικές, με βασικό στόχο την έναρξη άμεσων διαπραγματεύσεων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες χαιρέτισαν την εξέλιξη αυτή, εκφράζοντας στήριξη στη συνέχιση του διαλόγου, αλλά και στις προσπάθειες της λιβανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τον έλεγχο του κράτους και να περιορίσει την επιρροή του Ιράν.
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ακόμα ότι η πρόοδος των διαπραγματεύσεων μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για σημαντική οικονομική βοήθεια προς τον Λίβανο, συμβάλλοντας στην ανοικοδόμηση και την ανάκαμψή του, ενώ παράλληλα δημιουργεί νέες επενδυτικές ευκαιρίες και για τις δύο πλευρές.
Από την πλευρά του, το Ισραήλ επανέλαβε τη θέση του υπέρ του αφοπλισμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων στον Λίβανο και της διάλυσης των σχετικών υποδομών, δηλώνοντας παράλληλα έτοιμο να συνεργαστεί με τη λιβανική κυβέρνηση για την ενίσχυση της ασφάλειας.
Την ίδια στιγμή, ο Λίβανος υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους εφαρμογής της συμφωνίας για παύση των εχθροπραξιών του Νοεμβρίου 2024, δίνοντας έμφαση στην εδαφική ακεραιότητα και την κρατική κυριαρχία. Παράλληλα, ζήτησε άμεση κατάπαυση του πυρός και συγκεκριμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση της σοβαρής ανθρωπιστικής κρίσης που πλήττει τη χώρα.
Τέλος, όλες οι πλευρές συμφώνησαν να προχωρήσουν σε άμεσες διαπραγματεύσεις, σε χρόνο και τόπο που θα καθοριστούν από κοινού.