Ο πρόεδρος των ΗΠΑ φέρεται να βρίσκεται όλο και κοντά σε μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική αναμέτρηση με την Τεχεράνη, σύμφωνα με πηγές που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Εάν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στη Γενεύη δεν ευοδωθούν, τότε, η έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να είναι άμεση, με σοβαρές επιπτώσεις για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Σε αντίθεση με την περιορισμένη επιχείρηση ακριβείας που πραγματοποιήθηκε στη Βενεζουέλα τον περασμένο μήνα, μια στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν εκτιμάται ότι θα λάβει τη μορφή πολυήμερης ή και πολυεβδομαδιαίας εκστρατείας, προσομοιάζοντας περισσότερο σε πλήρη πόλεμο. Πηγές σημειώνουν στο Axios ότι ενδέχεται να πρόκειται για κοινή επιχείρηση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, ευρύτερης κλίμακας και με σαφώς υπαρξιακό χαρακτήρα για το ιρανικό καθεστώς, σε σύγκριση με τον 12ήμερο πόλεμο του περασμένου Ιουνίου, στον οποίο οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν τελικά για την καταστροφή υπόγειων πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Η απουσία ευρείας δημόσιας συζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες — καθώς το ενδιαφέρον του Κογκρέσου και της κοινής γνώμης είναι στραμμένο αλλού — δημιουργεί ένα ιδιότυπο κενό ενημέρωσης για μια ενδεχόμενη στρατιωτική παρέμβαση που θα μπορούσε να αποδειχθεί η σημαντικότερη αμερικανική επέμβαση στη Μέση Ανατολή εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία.

Η διπλωματία και η στρατιωτική πίεση

Στις αρχές Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ.Τραμπ φέρεται να έφτασε κοντά να πατήσει το κουμπί για ένα πλήγμα κατά του Ιράν, με αφορμή τη δολοφονία χιλιάδων διαδηλωτών από το καθεστώς. Όταν όμως το «παράθυρο ευκαιρίας» έκλεισε, η κυβέρνηση υιοθέτησε στρατηγική δύο αξόνων: επανέναρξη πυρηνικών διαπραγματεύσεων και ταυτόχρονη μαζική στρατιωτική ενίσχυση στην περιοχή.

Η καθυστέρηση στην ανάληψη δράσης, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος στη Μέση Ανατολή, έχει ανεβάσει τον πήχη των προσδοκιών για το εύρος μιας ενδεχόμενης επιχείρησης, εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία. Και, σύμφωνα με αξιωματούχους, η προοπτική συμφωνίας δεν εμφανίζεται ισχυρή με βάση τα τελευταία δεδομένα από το πεδίο των διαπραγματεύσεων.

Την Τρίτη 17/2/2026, οι σύμβουλοι του προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, συναντήθηκαν επί τρεις ώρες στη Γενεύη με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί. Αν και οι δύο πλευρές έκαναν λόγο για «πρόοδο», οι διαφορές, όμως, παραμένουν σημαντικές και Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν εμφανίζονται αισιόδοξοι για γεφύρωσή τους.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι οι συνομιλίες «πήγαν καλά σε ορισμένα σημεία», προσθέτοντας ωστόσο πως «σε άλλα ήταν σαφές ότι ο πρόεδρος έχει θέσει ορισμένες κόκκινες γραμμές, τις οποίες οι Ιρανοί δεν είναι ακόμη διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν και να επεξεργαστούν». Κατέστησε επίσης σαφές ότι, παρά την επιθυμία του προέδρου για συμφωνία, η διπλωματία θα μπορούσε να έχει «φτάσει στο φυσικό της τέλος».

Μαζική στρατιωτική κινητοποίηση και απειλές για αντίποινα

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή έχει ενισχυθεί σημαντικά. Σύμφωνα με πηγές, ο στόλος περιλαμβάνει πλέον δύο αεροπλανοφόρα (Abraham Lincoln και Gerald Ford), δώδεκα πολεμικά πλοία, εκατοντάδες μαχητικά αεροσκάφη και πολλαπλά συστήματα αεράμυνας, ενώ μέρος του εξοπλισμού βρίσκεται ακόμη καθ’ οδόν.

Περισσότερες από 150 στρατιωτικές πτήσεις μεταγωγικών αεροσκαφών έχουν μεταφέρει οπλικά συστήματα και πυρομαχικά στη Μέση Ανατολή. Μόνο το τελευταίο 24ωρο, περίπου 50 επιπλέον μαχητικά – F-35, F-22 και F-16 – κατευθύνθηκαν προς την περιοχή.