Σοβαρές καταγγελίες για αδιαφανείς οικονομικές σχέσεις μεταξύ της φαρμακευτικής εταιρείας Pfizer και Καναδών αξιωματούχων διατύπωσε η ντετέκτιβ Χέλεν Γκρους (Helen Grus), μιλώντας ενώπιον βουλευτών του Συντηρητικού Κόμματος του Καναδά (CPC) στο πλαίσιο ανεξάρτητης διερεύνησης («Allison Inquiry»).

Η Γκρους, η οποία είχε βρεθεί στο επίκεντρο εσωτερικών ελέγχων της αστυνομίας της Οτάβα για διερεύνηση υποθέσεων που συνδέονταν με την περίοδο της πανδημίας, κάλεσε τους νομοθέτες να ακολουθήσουν τη διαδρομή του χρήματος («Follow the money»), υποστηρίζοντας την ύπαρξη πληρωμών ύψους 11 εκατομμυρίων δολαρίων προς κυβερνητικά στελέχη με επιρροή στη λήψη αποφάσεων.

Στην τοποθέτησή της υπογραμμίστηκαν τα εξής ζητήματα:

Η καναδική νομοθεσία επιβάλλει στους κατόχους δημόσιων αξιωμάτων να δηλώνουν οποιαδήποτε οικονομική σχέση ενδέχεται να επηρεάζει τη χάραξη δημόσιας πολιτικής.

Όπως καταγγέλθηκε, κανένα καναδικό δικαστήριο, ρυθμιστική αρχή ή κοινοβουλευτική επιτροπή δεν έχει προχωρήσει μέχρι στιγμής σε επίσημο έλεγχο των συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων.

Ζητήθηκε η ενεργοποίηση των μηχανισμών του κράτους δικαίου, ώστε να διαλευκανθεί εάν υπήρξε παράνομος επηρεασμός κρατικών λειτουργών κατά την περίοδο των μαζικών προμηθειών.

Η υπόθεση αναμένεται να ανατροφοδοτήσει την πολιτική αντιπαράθεση στην Οτάβα σχετικά με τη διαφάνεια στις συμβάσεις του υπουργείου Υγείας και τις σχέσεις κρατικών αξιωματούχων με πολυεθνικούς κολοσσούς.