Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, επιχείρησε να κρατήσει ανοιχτό τον δίαυλο με την Ουάσιγκτον, παρά την ένταση που έχει προκαλέσει η νέα κλιμάκωση της εμπορικής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών.

Μιλώντας σε συνέδριο διεθνών επενδυτών στο Τορόντο, ο Καναδός πρωθυπουργός απευθύνθηκε στους Αμερικανούς, υπογραμμίζοντας ότι οι σχέσεις των δύο γειτονικών χωρών παραμένουν στρατηγικής σημασίας.

«Επιτρέψτε μου να πω αυτό στους Αμερικανούς φίλους μας: θα είμαστε πάντα γείτονές σας και ο Καναδάς θα παραμείνει ο σημαντικότερος εταίρος των ΗΠΑ σε πολλούς τομείς-κλειδιά», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Μ.Κάρνεϊ τόνισε παράλληλα ότι ο Καναδάς είναι διατεθειμένος να ενισχύσει περαιτέρω τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, όταν επαναληφθούν οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών.

«Ο Καναδάς θα είναι ακόμη καλύτερος εταίρος (…), έτοιμος να προωθήσει τα οικονομικά συμφέροντα και την κοινή ασφάλειάς μας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να διασφαλίζουν «τον σεβασμό των παραδόσεων και την εθνική κυριαρχία της κάθε χώρας».

Ο Καναδός πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στη μακρά ιστορία των σχέσεων μεταξύ Οτάβας και Ουάσιγκτον, επισημαίνοντας πως οι διαφωνίες δεν έχουν οδηγήσει μέχρι σήμερα σε οριστική ρήξη.

«Σε τελική ανάλυση, ακόμη και σε περιόδους διαφωνιών, κατά την μακρά, κοινή ιστορία μας, διατηρούσαμε πάντοτε στενές σχέσεις», σημείωσε.

Οι δηλώσεις Κάρνεϊ έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπορική διαμάχη μεταξύ Καναδά και ΗΠΑ έχει κλιμακωθεί σημαντικά.

Ο Καναδάς είχε διακόψει στις 21 Αυγούστου τις διαπραγματεύσεις με τον Λευκό Οίκο, καταγγέλλοντας ότι η Ουάσιγκτον επιχειρούσε να επιβάλει μια «άδικη» εμπορική συμφωνία.

Στη συνέχεια, η Οτάβα απάντησε στους αμερικανικούς δασμούς επιβάλλοντας αντίμετρα σε σειρά προϊόντων από τις ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, προχώρησε σήμερα σε νέα αύξηση των δασμών στα καναδικά προϊόντα, φτάνοντας το ποσοστό στο 50%.

Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προσανατολίζεται στην απαγόρευση εισαγωγής ορισμένων καναδικών προϊόντων από τις 29 Σεπτεμβρίου, γεγονός που εντείνει ακόμα περισσότερο την πίεση στις ήδη τεταμένες οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών.