
Τη μαζική νομιμοποίηση περίπου 500.000 παράνομων μεταναστών μέσω βασιλικού διατάγματος ανακοίνωσε η ισπανική κυβέρνηση, θέτοντας ως βασική προϋπόθεση την παραμονή τουλάχιστον πέντε μηνών στη χώρα πριν το τέλος του 2025 και την απουσία ποινικού μητρώου.
Η συγκεκριμένη διαδικασία αναμένεται να «ανοίξει» τον Απρίλιο, παρέχοντας στους δικαιούχους αρχική άδεια διαμονής ενός έτους με δυνατότητα παράτασης μετά το πέρας του χρόνου.
Η επιλογή του βασιλικού διατάγματος επιτρέπει την άμεση εφαρμογή του μέτρου χωρίς την ανάγκη κοινοβουλευτικής έγκρισης.
Η απόφαση ακολουθεί τη θετική πορεία της ισπανικής οικονομίας, η οποία φέρεται να παρουσιάζει ανάπτυξη κοντά στο 3% για το 2025, ενώ σύμφωνα με το βρετανικό μέσο ενημέρωσης BBC, η ανεργία εμφανίζεται μειωμένη σε ποσοστά κάτω του 10% για πρώτη φορά μετά το 2008.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει δηλώσει ότι οι μετανάστες αντιπροσωπεύουν «πλούτο, ανάπτυξη και ευημερία» για τη χώρα, τονίζοντας τη σημασία τους για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Παράλληλα, η Ιρένε Μοντέρο από το κόμμα Podemos σχολίασε την κίνηση δηλώνοντας ότι «η παροχή δικαιωμάτων είναι η απάντηση στον ρατσισμό», έπειτα από μια περίοδο έντονων πιέσεων και τη συγκέντρωση χιλιάδων υπογραφών από την κοινωνία των πολιτών.
Σύμφωνα με την Έλμα Σάιθ, υπουργό Ένταξης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Μετανάστευσης της Ισπανίας, «αυτή είναι μια ιστορική ημέρα για τη χώρα μας», καθώς το κράτος επιδιώκει την εφαρμογή ενός μεταναστευτικού προτύπου το οποίο, όπως ισχυρίζεται η ίδια, «είναι συμβατό με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή».
Η νομιμοποίηση επικεντρώνεται κυρίως σε πληθυσμούς από τη Λατινική Αμερική, σε μια προσπάθεια διαχείρισης των ανεπίσημων ροών που, βάσει στοιχείων της ισπανικής δεξαμενής σκέψης Funcas έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία οκτώ χρόνια (από περίπου 108.000 το 2017 σε σχεδόν 840.000 το 2025).
Στον αντίποδα, η συντηρητική αντιπολίτευση και η δεξιά εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις για τις πιθανές συνέπειες της απόφασης στη δημόσια διοίκηση και την κοινωνική δομή.
Ο Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο, επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος, ισχυρίζεται ότι η πρωτοβουλία ενδέχεται να «αυξήσει το “φαινόμενο έλξης” και θα κατακλύσει τις δημόσιες υπηρεσίες μας», προειδοποιώντας για τον κίνδυνο υπερφόρτωσης των κρατικών υποδομών.
Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος του κόμματος Vox, Πέπα Μιγιάν, δήλωσε ότι η ενέργεια «επιτίθεται στην ταυτότητά μας» και γνωστοποίησε την πρόθεση του κόμματος να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο προκειμένου να την εμποδίσει.