Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, δηλώνοντας ότι δεν είχε καμία γνώση των εγκλημάτων του Τζέφρι Επστάιν και ότι δεν αντιλήφθηκε ποτέ οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα κατά τις επαφές του.

Στην εναρκτήρια τοποθέτησή του, ο Κλίντον υποστήριξε ότι προσήλθε στην ακρόαση για δύο λόγους: αφενός από σεβασμό προς το κράτος δικαίου και την αρχή ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου, και αφετέρου για να συμβάλει –όπως είπε– στην απονομή δικαιοσύνης και στη στήριξη των θυμάτων του Επστάιν. Τόνισε ότι η γνωριμία του με τον Επστάιν είχε λήξει χρόνια πριν αποκαλυφθούν οι πράξεις του και ότι κατά τη διάρκεια των επαφών τους δεν είχε δει ή πληροφορηθεί οτιδήποτε ύποπτο.

Παράλληλα, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ αντέδρασε επίσης στην κλήτευση της Χίλαρι Κλίντον, επισημαίνοντας ότι «δεν είχε καμία σχέση» με τον Επστάιν, δεν είχε ταξιδέψει μαζί του ούτε είχε επισκεφθεί ακίνητά του, χαρακτηρίζοντας λανθασμένη την απόφαση να συμπεριληφθεί στην έρευνα.

Αναφερόμενος στις φωτογραφίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, υπογράμμισε ότι «γνωρίζει τι είδε και τι δεν είδε» και ότι «δεν έκανε τίποτα μεμπτό». Δήλωσε ακόμη ότι, αν είχε οποιαδήποτε υποψία για τις πράξεις του Επστάιν, θα είχε κινηθεί ο ίδιος για την καταγγελία του.

«Ως κάποιος που μεγάλωσε σε ένα σπίτι με ενδοοικογενειακή βία, όχι μόνο δεν θα είχα πετάξει με το αεροπλάνο του αν είχα την παραμικρή υποψία για το τι έκανε, αλλά θα τον είχα καταγγείλει ο ίδιος και θα είχα ηγηθεί της προσπάθειας για δικαιοσύνη για τα εγκλήματά του, όχι για ευνοϊκές συμφωνίες» τόνισε χαρακτηριστικά.

Παραδέχθηκε ότι συχνά απαντά πως «δεν θυμάται», σημειώνοντας ότι δεν προτίθεται να προβεί σε εικασίες για γεγονότα που συνέβησαν πριν από δεκαετίες, ιδίως υπό το βάρος του όρκου του. Κλείνοντας, δήλωσε έτοιμος να απαντήσει σε κάθε ερώτηση της Επιτροπής, «νόμιμη, λογική ή και ακραία», όπως ανέφερε.