
Σε μια σημαντική αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής στον κυβερνοχώρο προχωρά η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, δίνοντας τη δυνατότητα σε επιλεγμένες ιδιωτικές εταιρείες να συμμετέχουν σε επιθετικές κυβερνοεπιχειρήσεις εναντίον εγκληματικών δικτύων που δρουν εκτός των ΗΠΑ.
Η νέα πολιτική προβλέπεται σε μνημόνιο εθνικής ασφάλειας που υπέγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος και προβλέπει συνεργασία συγκεκριμένων επιχειρήσεων με τα υπουργεία Δικαιοσύνης και Εσωτερικής Ασφάλειας. Στόχος είναι η αντιμετώπιση απειλών όπως οι επιθέσεις ransomware και η διάλυση διεθνών δικτύων κυβερνοεγκληματιών.
Οι εταιρείες που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα δεν θα έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν ανεξέλεγκτα. Θα απαιτείται προηγούμενος κυβερνητικός έλεγχος, σύμβαση με το αμερικανικό κράτος και γραπτή έγκριση πριν από κάθε επιχείρηση. Σε περίπτωση παραβίασης των προβλεπόμενων κανόνων, προβλέπονται πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν το 1 εκατ. δολάρια.
Οι επιχειρήσεις θα μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να παρακολουθούν εγκληματικά δίκτυα και να πραγματοποιούν ψηφιακές ενέργειες με σκοπό να διαταράξουν ή να καταστήσουν ανενεργά συστήματα και υποδομές που χρησιμοποιούνται από τους κυβερνοεγκληματίες. Εξαιρούνται ενέργειες που ενδέχεται να προκαλέσουν απώλεια ζωής ή σοβαρό τραυματισμό, καθώς και επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν χρήση βίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η απόφαση έχει προκαλέσει προβληματισμό σε πρώην αξιωματούχους και ειδικούς της κυβερνοασφάλειας, οι οποίοι προειδοποιούν ότι μια τέτοια πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Βασικό ζήτημα αποτελεί η δυσκολία ακριβούς εντοπισμού των πραγματικών δραστών πίσω από μια κυβερνοεπίθεση. Μια εγκληματική ομάδα μπορεί να χρησιμοποιεί υποδομές άλλων χωρών ή να διατηρεί σχέσεις με κρατικούς φορείς, χωρίς αυτό να είναι εύκολο να αποδειχθεί. Ένα λανθασμένο χτύπημα θα μπορούσε, επομένως, να οδηγήσει σε αντίποινα ή σε ευρύτερη κυβερνοσύγκρουση.
Παράλληλα, παραμένουν ανοιχτά σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τη νομική ευθύνη των εταιρειών, το διεθνές δίκαιο και τις πιθανές επιπτώσεις για τις ίδιες τις επιχειρήσεις και τους πελάτες τους.
Υποστηρικτές της νέας πολιτικής θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον χρειάζεται περισσότερα διαθέσιμα εργαλεία, καθώς ο όγκος και η ταχύτητα των κυβερνοεπιθέσεων αυξάνονται. Η ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τις δυνατότητες των κυβερνοεγκληματιών, αυξάνοντας την πίεση στις κρατικές υπηρεσίες.