
Η έντονη σύγκρουση μεταξύ του πρωθυπουργού του Ισραήλ και του προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, συνιστά μια σημαντική διπλωματική εξέλιξη εν μέσω της πολεμικής σύγκρουσης. Παράλληλα, αναδεικνύει και τον ρόλο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει η Άγκυρα στη μεταπολεμική περίοδο στην περιοχή.
Από την αρχή των επιθέσεων, η Τουρκία επέλεξε να κρατήσει αποστάσεις, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις πλευρές και αναμένοντας τις εξελίξεις. Ο Ρ.Τ.Ερντογάν τοποθετήθηκε εξαρχής με σαφήνεια, χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Ταυτόχρονα, η Άγκυρα έκλεισε τον εναέριο χώρο της για τις αμερικανικές δυνάμεις, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος εξέφρασε προσωπικά τα συλλυπητήριά του μετά τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, φροντίζοντας ωστόσο να μην εμφανιστεί ότι ταυτίζεται πλήρως με την Τεχεράνη.
Η Άγκυρα καταδίκασε δημόσια τα ιρανικά αντίποινα εις βάρος χωρών του Κόλπου, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επέρριψε στο Ιράν την ευθύνη για την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων πριν από τον πόλεμο. Το μήνυμα ήταν σαφές και μελετημένο: η Τουρκία αντιτάχθηκε στη σύγκρουση, χωρίς όμως να ταχθεί στο πλευρό καμίας από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Η Τουρκία εκφράζει, παράλληλα, έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο ένοπλης κινητοποίησης Κούρδων εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του Ιράν.
Η στάση αυτή αντανακλά μια διαχρονική παράμετρο της τουρκικής στρατηγικής αντίληψης, καθώς η Άγκυρα θεωρεί εδώ και δεκαετίες ότι οποιαδήποτε μορφή κουρδικής πολιτικής ή στρατιωτικής αυτονομίας κοντά στα σύνορά της συνιστά άμεση απειλή για την ασφάλειά της.
Η Τουρκία επιθυμεί τον ταχύτερο δυνατό τερματισμό των εχθροπραξιών, ωστόσο δεν διαθέτει την απαραίτητη επιρροή για να επιταχύνει αυτή την εξέλιξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης με το Ισραήλ εκλαμβάνεται και ως προσπάθεια ενίσχυσης της παρουσίας και της ισχύος της στη γεωπολιτική σκηνή.
Ωστόσο, η βασική πρόκληση για την Τουρκία σε σχέση με τη σύγκρουση με το Ιράν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με διπλωματικά μέσα ή μια προσεκτική στάση: η Άγκυρα δεν είναι σε θέση να προβλέψει την πορεία της σύγκρουσης ούτε να εκτιμήσει με ασφάλεια τις αποφάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι στόχοι που έχει διακηρύξει η Ουάσιγκτον έχουν μεταβληθεί επανειλημμένα από την έναρξη των αεροπορικών επιθέσεων, γεγονός που δυσχεραίνει τον σχεδιασμό —και ακόμη περισσότερο την επίτευξη— μιας σταθερής διπλωματικής λύσης.