
Στο μικροσκόπιο της αμερικανικής Δικαιοσύνης τίθεται η προσφυγή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά της Εφορίας, με δικαστική απόφαση να ανοίγει τη συζήτηση για το κατά πόσον ένας εν ενεργεία πρόεδρος έχει το συνταγματικό δικαίωμα να κινηθεί νομικά εναντίον κρατικών θεσμών.
Η ομοσπονδιακή δικαστής Κάθλιν Γουίλιαμς όρισε ακροαματική διαδικασία, ζητώντας από τις εμπλεκόμενες πλευρές να τοποθετηθούν επί του ζητήματος, το οποίο αγγίζει βασικές αρχές του αμερικανικού Συντάγματος και της διάκρισης των εξουσιών.
Η υπόθεση αφορά την αγωγή που κατέθεσε ο Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο, με την οποία ζητά αποζημίωση ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την αμερικανική εφορία (IRS), κατηγορώντας την ότι δεν κατάφερε να αποτρέψει τη διαρροή των φορολογικών του δηλώσεων κατά την πρώτη προεδρική του θητεία (2017–2021).
Παρότι η προσφυγή κατατέθηκε από τον ίδιο ως ιδιώτη μαζί με τους δύο γιους του και την επιχείρησή του, η δικαστής επισημαίνει ότι η ιδιότητά του ως εν ενεργεία προέδρου δημιουργεί νομικά ερωτήματα, δεδομένου ότι οι αντίδικοι φορείς υπάγονται στην εκτελεστική εξουσία, την οποία ο ίδιος εκπροσωπεί.
Στο σκεπτικό της, η Γουίλιαμς υπογραμμίζει την ιδιαιτερότητα της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι ακόμη και αν ο Τραμπ επικαλείται την ιδιωτική του ιδιότητα, το αξίωμά του ενδέχεται να επηρεάζει τη νομική διαδικασία.
Η αγωγή σχετίζεται με τη διαρροή φορολογικών στοιχείων του Τραμπ από εργαζόμενο υπεργολάβου της εφορίας, τον Τσαρλς Λίτλτζον, ο οποίος καταδικάστηκε τον Ιανουάριο του 2024 σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων στα μέσα ενημέρωσης.
Η νομική ομάδα του Τραμπ υποστηρίζει ότι η IRS και το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχαν την υποχρέωση να διασφαλίσουν την προστασία των προσωπικών του δεδομένων, κατηγορώντας τις αρχές για αποτυχία λήψης των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας.
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της διαφάνειας γύρω από τις φορολογικές δηλώσεις του Τραμπ, καθώς κατά την πρώτη του προεδρική εκστρατεία είχε αρνηθεί να τις δημοσιοποιήσει, σπάζοντας μια μακροχρόνια πολιτική παράδοση στις ΗΠΑ.
Η επικείμενη ακροαματική διαδικασία αναμένεται να καθορίσει την πορεία της υπόθεσης, αλλά και να δημιουργήσει σημαντικό νομικό προηγούμενο σχετικά με τα όρια μεταξύ ιδιωτικής και θεσμικής ιδιότητας ενός προέδρου των ΗΠΑ.