Την ανάγκη να αποκτήσει η Ευρώπη δική της τεχνολογική υποδομή και ισχυρά μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης υπογράμμισε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποιώντας ότι η εξάρτηση από τις ΗΠΑ ή την Κίνα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σοβαρό οικονομικό και γεωπολιτικό κίνδυνο.

Μιλώντας στη Βιέννη, η επικεφαλής της ΕΚΤ υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να αναπτύξει συστήματα AI τα οποία θα μπορούν να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και να επενδύσει σημαντικά στις υποδομές που απαιτούνται για τη λειτουργία τους.

Όπως ανέφερε, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η καθυστέρηση στην υιοθέτηση της AI για λόγους προστασίας των προσωπικών δεδομένων μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη.

Από την άλλη, η ταχεία υιοθέτηση τεχνολογιών που ελέγχονται από τρίτες χώρες δημιουργεί τον κίνδυνο να χαθεί η δυνατότητα της Ευρώπης να αποφασίζει αυτόνομα.

Οι αριθμοί που παρουσίασε αποτυπώνουν το μέγεθος της απόστασης.

Μέσα στο προηγούμενο έτος, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν 59 σημαντικά μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης και η Κίνα 35, ενώ η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο από ένα.

Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ διαθέτουν περίπου το 75% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος των data centers, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την Ευρώπη ανέρχεται μόλις στο 5%.

Η συγκεκριμένη ανισορροπία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η AI αναμένεται να ενσωματωθεί σε ολοένα περισσότερες κρίσιμες λειτουργίες.

Σύμφωνα με τη Λαγκάρντ, στο μέλλον συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούν να χρησιμοποιούνται από τους τελωνειακούς μηχανισμούς, για φορολογικές δηλώσεις, στη διαχείριση των σιδηροδρομικών δικτύων, στην παρακολούθηση ασθενών και στην εκκαθάριση τραπεζικών συναλλαγών.

Έτσι, μια ενδεχόμενη διακοπή πρόσβασης σε συγκεκριμένες τεχνολογίες ή μια μονομερής αλλαγή των όρων χρήσης τους δεν θα επηρέαζε απλώς ορισμένες επιχειρήσεις. Θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα σε κρίσιμες λειτουργίες της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η εξάρτηση από ξένες τεχνολογικές υποδομές θα μπορούσε παράλληλα να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό εργαλείο.

Η πρόσβαση σε προηγμένα συστήματα AI θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε εμπορικές διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ευρώπης και ΗΠΑ χαρακτηρίζονται από εντάσεις γύρω από τους δασμούς, την ψηφιακή φορολογία και ευρύτερα γεωπολιτικά ζητήματα.

Παρά τους κινδύνους, η Λαγκάρντ αναγνωρίζει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής παραγωγικότητας, με εκτιμώμενη αύξηση περίπου 4% μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Το πρόβλημα, όπως προκύπτει από την παρέμβασή της, είναι ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χρησιμοποιεί την τεχνολογία χωρίς να διαθέτει τον έλεγχο των βασικών υποδομών και των μοντέλων που την τροφοδοτούν.

Για τον λόγο αυτό, η δημιουργία ευρωπαϊκής υπολογιστικής ισχύος και η ανάπτυξη εγχώριων μοντέλων AI δεν αποτελούν πλέον μόνο ζήτημα τεχνολογικής προόδου, αλλά συνδέονται άμεσα με την οικονομική αυτονομία της ΕΕ.