Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχωρά με σταθερά βήματα προς την υλοποίηση του ψηφιακού ευρώ, έχοντας θέσει σαφή χρονοδιαγράμματα που οδηγούν στην έκδοση και διάθεσή του το 2029, με βασικό γνώρισμα τη δυνατότητα πραγματοποίησης πληρωμών χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο.

Πριν από την πλήρη εφαρμογή του, το ψηφιακό ευρώ θα δοκιμαστεί σε πιλοτική φάση διάρκειας ενός έτους. Οι offline συναλλαγές σημαίνουν ότι δεν θα καταγράφεται ψηφιακά η δραστηριότητα των χρηστών, διασφαλίζοντας έτσι την ιδιωτικότητά τους και ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά του σε σχέση με τα μετρητά.

Σήμερα, η πρωτοβουλία έχει μεταβεί από το στάδιο του σχεδιασμού σε εκείνο της τεχνικής υλοποίησης, όπως επισημαίνεται στο ειδικό κεφάλαιο για την πορεία προς το ψηφιακό ευρώ που περιλαμβάνεται στην έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρουσιάστηκε την περασμένη Δευτέρα.

Πρόκειται για την τρίτη φάση του έργου, που καλύπτει την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2025 έως τον Σεπτέμβριο του 2027 και εστιάζει στην περαιτέρω ανάπτυξη, καθώς και στην επιχειρησιακή προετοιμασία του ψηφιακού ευρώ.

Οι βασικοί άξονες αυτής της φάσης είναι τρεις:

  • Η ενίσχυση της τεχνικής ετοιμότητας μέσω της ανάπτυξης των απαραίτητων υποδομών και προτύπων.
  • Η προετοιμασία πιλοτικών εφαρμογών.
  • Η εντατικοποίηση της συνεργασίας με τους φορείς της αγοράς για την ολοκλήρωση του πλαισίου κανόνων.

Η συγκεκριμένη φάση θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον σχεδιασμό και την πρακτική εφαρμογή, με στόχο να εξασφαλιστεί ότι το ψηφιακό ευρώ θα είναι ασφαλές, αξιόπιστο και ευρέως αποδεκτό σε όλη την ευρωζώνη.

Είχαν προηγηθεί δύο ακόμη φάσεις στην πορεία ανάπτυξης του ψηφιακού ευρώ, όπως καταγράφονται στην έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα:

Η φάση της διερεύνησης (Οκτώβριος 2020 – Οκτώβριος 2023) αποτέλεσε το αρχικό στάδιο, κατά το οποίο εξετάστηκε η σκοπιμότητα του εγχειρήματος και προσδιορίστηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά του ψηφιακού ευρώ.

Σε αυτήν τέθηκαν και οι θεμελιώδεις αρχές για την εφαρμογή του, όπως η υψηλή προστασία της ιδιωτικότητας των χρηστών, η εύκολη και καθολική πρόσβαση για όλες τις κοινωνικές ομάδες, καθώς και η συμπληρωματική λειτουργία του σε σχέση με τα μετρητά. Η φάση ολοκληρώθηκε επιτυχώς, με τη διαμόρφωση ενός ισχυρού στρατηγικού πλαισίου που άνοιξε τον δρόμο για τα επόμενα στάδια.

Ακολούθησε η φάση της προετοιμασίας (Νοέμβριος 2023 – Οκτώβριος 2025), η οποία σηματοδότησε τη μετάβαση από τη θεωρία στον πρακτικό σχεδιασμό.

Κατά τη διάρκειά της, το ευρωσύστημα εργάστηκε για τον καθορισμό των λειτουργικών και τεχνικών προδιαγραφών του ψηφιακού ευρώ, την αξιολόγηση πιλοτικών λύσεων και τη συνεργασία με τράπεζες και παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Σημαντικό ορόσημο αυτής της περιόδου αποτέλεσε η πρώτη έκδοση του εγχειριδίου κανόνων (rulebook), το οποίο αποτυπώνει το πλαίσιο λειτουργίας, τους κανόνες χρήσης, καθώς και τους ρόλους και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων. Το εγχειρίδιο, που εξακολουθεί να εξελίσσεται, λειτουργεί ως κοινή βάση αναφοράς, ενισχύοντας τη διαφάνεια, τη συνέπεια, τη νομική ασφάλεια και την αποτελεσματική διακυβέρνηση.

Στην επόμενη, τέταρτη φάση (Σεπτέμβριος 2027 – Σεπτέμβριος 2028), προβλέπεται η υλοποίηση πιλοτικής δοκιμής διάρκειας ενός έτους, υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο θα έχει εγκριθεί έως τα τέλη του 2026.

Στο πλαίσιο αυτό, επιλεγμένοι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θα συνεργαστούν με το ευρωσύστημα, προκειμένου να δοκιμαστεί η τεχνική, λειτουργική και επιχειρησιακή ετοιμότητα του συστήματος σε ελεγχόμενες συνθήκες. Μετά την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, θα ανοίξει ο δρόμος για την έκδοση του ψηφιακού ευρώ από το 2029 και έπειτα.

Η τελική απόφαση για την κυκλοφορία του θα ληφθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, εφόσον προηγουμένως τεθεί σε ισχύ το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο.

Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, το ψηφιακό ευρώ έχει στρατηγική σημασία για το μέλλον της Ευρώπης, καθώς ενισχύει τη νομισματική κυριαρχία της ευρωζώνης και την ανθεκτικότητα του συστήματος πληρωμών. Ταυτόχρονα, προσφέρει μια αξιόπιστη δημόσια εναλλακτική έναντι των ιδιωτικών μέσων πληρωμής, ενισχύει την καινοτομία και συμβάλλει στη χρηματοοικονομική ένταξη, δίνοντας σε όλους τους πολίτες τη δυνατότητα συμμετοχής στην ψηφιακή οικονομία.