
Ο γιατρός Γιάσερ Τζαμπάρ εργαζόταν στο Great Ormond Street Hospital και ισχυριζόταν πως ήταν ειδικός στην ανακατασκευή άκρων.
Εργάστηκε στο φημισμένο παιδιατρικό νοσοκομείο Great Ormond Street του Λονδίνου από το 2017 έως το 2022. Η κόρη του Ντιν, η Μπάντι, είχε γεννηθεί με μια εξαιρετικά σπάνια πάθηση που προκαλεί όγκους στο νευρικό σύστημα και σταδιακή καταστροφή των οστών. Το αριστερό της πόδι κινδύνευε. Ο Τζαμπάρ τον διαβεβαίωνε πως μπορούσε να το σώσει. «Μας πούλησε ένα όνειρο», λέει σήμερα ο πατέρας της.
Ο Τζαμπάρ διαβεβαίωνε ότι η μικρή λάμβανε την καλύτερη δυνατή φροντίδα. Υπό την «ειδική» καθοδήγησή του, η Μπάντι υπεβλήθη σε αλλεπάλληλες, επώδυνες χειρουργικές επεμβάσεις. Κάθε φορά, η οικογένεια έφευγε με την υπόσχεση και την ελπίδα ότι το επόμενο βήμα θα ήταν το τελευταίο. Κανένα όμως δεν έφερε αποτέλεσμα.
Ο πατέρας της Μπάντι, ο Ντιν, ο οποίος σήμερα θεωρεί ότι ο Τζαμπάρ ανέλαβε τον ρόλο του «παντοδύναμου σωτήρα» τονίζει ότι οι πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις δεν προσέφεραν «απολύτως κανένα όφελος στη Μπάντι».
Το 2020, όταν η Μπάντι ήταν μόλις επτά ετών, οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι το πόδι της θα έπρεπε τελικά να ακρωτηριαστεί κάτω από το γόνατο. Για την οικογένεια, ήταν ένα μεγάλο σοκ. Αυτό που αποδείχθηκε όμως ακόμη πιο οδυνηρό ήταν η αποκάλυψη που ήρθε αργότερα: πολλές από τις επεμβάσεις που είχαν προηγηθεί δεν ήταν ποτέ απαραίτητες. Ο Ντιν Στάλχαμ δεν ήταν ο μόνος.
Μαζί με δεκάδες άλλους γονείς, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η κόρη του δεν ήταν απλώς ασθενής, αλλά θύμα. Ένας γιατρός που άφησε πίσω του παιδιά με ακρωτηριασμένα άκρα, μόνιμες παραμορφώσεις και χρόνιο πόνο. Ορισμένα ήταν μόλις τεσσάρων μηνών.
Η «κληρονομιά» του Τζαμπάρ περιλαμβάνει σοβαρές μυϊκές και νευρικές βλάβες, εμφυτεύματα τοποθετημένα λάθος, άκρα με τεράστιες διαφορές μήκους – σε μία περίπτωση, 20 εκατοστά. Και πέρα από τα σωματικά τραύματα, άφησε πίσω του βαθιά ψυχολογικά σημάδια: παιδιά που ξυπνούν με εφιάλτες, που παθαίνουν κρίσεις πανικού σε κάθε επίσκεψη σε νοσοκομείο, που αρνούνται πλέον οποιαδήποτε διορθωτική επέμβαση.
Ανάμεσα στο 2017 και το 2022, ο Τζαμπάρ είχε θεραπεύσει 789 παιδιά στο νοσοκομείο, χωρίς να υπολογίζεται ο αριθμός των ασθενών στην ιδιωτική του πρακτική. Πόσα από αυτά υπέστησαν βλάβη;
Η απάντηση ήρθε μόλις πρόσφατα, με τη δημοσίευση πολυαναμενόμενης έκθεσης: 94 παιδιά υπέστησαν βλάβη, εκ των οποίων 36 σοβαρή.
Η έκθεση καταγράφει μια ανατριχιαστική αλυσίδα αποτυχιών: περιττές επεμβάσεις, λανθασμένα τοποθετημένα εμφυτεύματα, τραυματισμούς οστών, επεμβάσεις που δεν είχαν συζητηθεί επαρκώς με τις οικογένειες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, διαπιστώθηκε ακόμη και αλλοίωση ιατρικών φακέλων μετά τα χειρουργεία. Κι όμως, επί χρόνια, οι γονείς που εξέφραζαν ανησυχίες απορρίπτονταν. «Μας έλεγαν ότι όλα είναι φυσιολογικά».
Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ακόμη και συνάδελφοί του παραδέχονταν κατ’ ιδίαν πως δεν θα τον άφηναν να χειρουργήσει δικό τους άνθρωπο.
Ήδη από το 2020, έμπειροι γιατροί είχαν σημάνει συναγερμό. Καταγγελίες αφορούσαν την ειλικρίνειά του, τον τρόπο που εργαζόταν απομονωμένος και την έλλειψη διαφάνειας. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκαν δύο ολόκληρα χρόνια για να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα.
Μόνο το 2022, μετά από νέες καταγγελίες και την παρέμβαση άλλων χειρουργών, το νοσοκομείο ανέθεσε έλεγχο στο Royal College of Surgeons. Ο έλεγχος ολοκληρώθηκε έναν χρόνο αργότερα, αλλά κρατήθηκε μακριά από τη δημοσιότητα έως το 2024 – όταν ο Τζαμπάρ είχε ήδη φύγει από τη χώρα.
Ο Τζαμπάρ εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο στα τέλη του 2022, παραιτούμενος εθελοντικά από την άδεια άσκησης επαγγέλματος. Μετακόμισε στο Ντουμπάι, όπου εργάστηκε για μικρό διάστημα. Μετά τη δημοσιοποίηση της έρευνας, εξαφανίστηκε. Οι σημερινές του κινήσεις παραμένουν άγνωστες. Η Metropolitan Police εξετάζει πλέον αν προκύπτουν ποινικές ευθύνες.