
Με ποινή φυλάκισης 25 μηνών και περιοριστικά μέτρα διάρκειας 10 ετών, τιμωρήθηκε η 40χρονη Τζοάν Νίκολσον, η οποία έκανε τη ζωή ενός άνδρα, με τον οποίο είχαν σχέση για κάποιο διάστημα, κυριολεκτικά κόλαση.
Σύμφωνα με αναφορές διεθνών δημοσιευμάτων, ο άνδρας οδηγήθηκε στα όρια της αυτοκτονίας ύστερα από μια εκτεταμένη και σοκαριστική εκστρατεία ψυχολογικής κακοποίησης που εξαπέλυσε η πρώην σύντροφός του εναντίον του ίδιου και της νέας του συντρόφου, με ψευδείς καταγγελίες, κατασκευασμένα στοιχεία και συνεχή παρενόχληση.
Η 40χρονη Τζόαν Νίκολσον επινόησε ψευδείς ισχυρισμούς για τον πρώην σύντροφό της όταν εκείνος ξεκίνησε νέα σχέση, διαδίδοντας ότι ήταν παιδόφιλος, βιαστής και χρήστης ναρκωτικών που ασκούσε ενδοοικογενειακή βία.
- Πώς δρούσε – Η ενορχηστρωμένη πλεκτάνη της
Μεταξύ Φεβρουαρίου 2023 και Ιουνίου 2024 – η Νίκολσον, από το Σάουθ Σιλντς στο Σάουθ Τάινσαϊντ- τρομοκρατούσε το ζευγάρι με ακραίες ψευδείς κατηγορίες και κατασκευασμένα αποδεικτικά στοιχεία, οδηγώντας ακόμα και στη σύλληψή τους σε πολλές περιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι ήταν αθώοι.
Το δικαστήριο άκουσε ότι η Νίκολσον διατηρούσε σχέση με το θύμα από τα τέλη του 2021 έως τις αρχές του 2023, όταν εκείνος έδωσε τέλος στη σχέση, όπως αναφέρει η Daily Mail.
Ο άνδρας κατέθεσε ότι αρχικά οι σχέσεις τους ήταν φιλικές, όμως η στάση της άλλαξε όταν ξεκίνησε νέα σχέση.
Σε μια προσπάθεια να τον δυσφημίσει, η Νίκολσον απέστειλε επιστολές σε δύο γείτονες του άνδρα, χαρακτηρίζοντάς τον ψευδώς «βρόμικο ανώμαλο», ενώ παρόμοια επιστολή στάλθηκε και στην 80χρονη μητέρα του, προκαλώντας της έντονη ψυχική αναστάτωση.
Ο άνδρας αντιλήφθηκε ότι πίσω από τις επιστολές βρισκόταν η πρώην σύντροφός του, αναγνωρίζοντας τον γραφικό της χαρακτήρα, κάτι που επιβεβαιώθηκε αργότερα και από ειδικό.
Παράλληλα, η Νίκολσον υπέβαλε τουλάχιστον 15 ψευδείς καταθέσεις στην αστυνομία.
Τον Φεβρουάριο του 2023, προχώρησε σε ανώνυμη κλήση στο 999, προσποιούμενη γειτόνισσα του άνδρα και ισχυριζόμενη ότι βρισκόταν σε εξέλιξη περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας, με παιδιά να ουρλιάζουν και την ίδια να τρέχει έξω από το σπίτι.
Ωστόσο, όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο, δεν εντόπισαν κανέναν.
Σε επόμενες κλήσεις, επανέλαβε παρόμοιους ισχυρισμούς περί βίαιων περιστατικών, χωρίς ποτέ να επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο από τις Αρχές.
Στις 26 Φεβρουαρίου 2023, πραγματοποίησε ακόμα μία κλήση, προσποιούμενη ότι απευθύνεται στον πρώην της, κατηγορώντας τον ψευδώς για βιασμό, χρήση ναρκωτικών και απειλές με σφυρί.
Και σε αυτή την περίπτωση, η αστυνομία βρήκε τον άνδρα μόνο με τα παιδιά του, ενώ διαπιστώθηκε ότι η κλήση δεν προερχόταν από την κατοικία του.
Τον επόμενο μήνα, η Νίκολσον υπέβαλε ψευδή κατάθεση ότι δεχόταν παρενόχληση από τον άνδρα, οδηγώντας στη σύλληψή του τον Απρίλιο, παρά την αθωότητά του.
Στη συνέχεια, κατάφερε να παραπλανήσει το οικογενειακό δικαστήριο ώστε να εκδοθεί περιοριστική εντολή σε βάρος του.
Επιπλέον, προχώρησε σε ψευδείς καταγγελίες και κατά της νέας του συντρόφου, με αποτέλεσμα και εκείνη να κληθεί από την αστυνομία.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν η Νίκολσον κατασκεύασε απειλητικά μηνύματα, οδηγώντας στη σύλληψη του άνδρα για απειλές κατά της ζωής.
Ωστόσο, η έρευνα αποκάλυψε ότι τα μηνύματα είχαν δημιουργηθεί μέσω της δικής της διεύθυνσης IP.
Τον Μάιο του 2023, ο άνδρας συνελήφθη ξανά, κατηγορούμενος ψευδώς για παραβίαση περιοριστικών όρων, ενώ τον Ιούνιο συνελήφθη μαζί με τη νέα του σύντροφο για παρενόχληση.
Αργότερα τον ίδιο μήνα, συνελήφθη εκ νέου για καταδίωξη, βασιζόμενη σε νέους ψευδείς ισχυρισμούς.
Η Νίκολσον προχώρησε ακόμα και στη δημιουργία ηλεκτρονικής διεύθυνσης στο όνομα του άνδρα, κατηγορώντας τον ότι την παρενοχλούσε μέσω εφαρμογής γνωριμιών.
Τον Ιούνιο του 2024, συνελήφθη και οι αστυνομικοί εντόπισαν κινητό τηλέφωνο κρυμμένο ανάμεσα σε κρεβάτι και τοίχο, συνδεδεμένο με λογαριασμό στο Instagram που είχε χρησιμοποιηθεί για τις παράνομες ενέργειες.
Στην κατάθεσή του για τις επιπτώσεις των πράξεων, ο άνδρας ανέφερε ότι αναγκάστηκε να αλλάξει κατοικία και να απέχει από την εργασία του, ενώ βρέθηκε αντιμέτωπος με τις κοινωνικές υπηρεσίες μετά τις ψευδείς κατηγορίες περί παιδοφιλίας, ζώντας σε διαρκή φόβο.
Όπως δήλωσε: «Οι προσπάθειές της να καταστρέψει τη ζωή μου είχαν μακροχρόνιες συνέπειες. Ζούσα με τον συνεχή φόβο σύλληψης λόγω νέων ψευδών καταγγελιών.
Ο τρόπος που επικοινώνησε με τη μητέρα μου ήταν απαράδεκτος. Έφτασα στο σημείο να σκεφτώ ακόμη και την αυτοκτονία».
Η νέα του σύντροφος, η οποία επίσης υπέστη σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση, κατέθεσε στο δικαστήριο ότι δεν είχε ποτέ συναντήσει ή μιλήσει με τη Νίκολσον και εκτιμά ότι τα κίνητρά της ήταν «η θλίψη και η ζήλια».
Περιγράφοντας την κατάσταση, ανέφερε ότι δέχτηκε χιλιάδες μηνύματα, χαρακτηρίζοντας την εμπειρία ως «αμείλικτη εκστρατεία» εναντίον της, που τη μετέτρεψε σε «φυλακισμένη στο ίδιο της το σπίτι».
Επιπλέον, αποκάλυψε ότι η Νίκολσον δημιούργησε ψεύτικο προφίλ στην εφαρμογή γνωριμιών Plenty of Fish, προσποιούμενη ότι ήταν εκείνη, γεγονός που οδήγησε ακόμη και σε περιστατικό όπου άγνωστος άνδρας την πλησίασε στον δρόμο, ισχυριζόμενος ότι είχαν επικοινωνήσει μέσω της πλατφόρμας.
Η ίδια δήλωσε ότι η εμπειρία αυτή είχε καταστροφικές συνέπειες για την ψυχική της υγεία και την εργασία της.
Παράλληλα, περιέγραψε πώς αναγκάστηκε να βοηθήσει τον σύντροφό της στο Τάινμουθ όταν εκείνος βρέθηκε σε αυτοκτονικό σημείο, εξαιτίας της συνεχούς ψυχολογικής πίεσης.
Τόνισε ότι συνελήφθη πολλές φορές λόγω των ψευδών καταγγελιών και πέρασε εκατοντάδες ώρες με την αστυνομία, προσπαθώντας να αποδείξει την αθωότητά της, ενώ παρέμεινε υπό αστυνομική επιτήρηση για έξι μήνες χωρίς να προκύψει κανένα στοιχείο εις βάρος της.
Η Νίκολσον δήλωσε ένοχη για αποστολή επιστολής με σκοπό την πρόκληση άγχους και για ενέργειες που αποσκοπούσαν στην παρεμπόδιση της απονομής της Δικαιοσύνης.
Το δικαστήριο την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 25 μηνών και της επέβαλε περιοριστικά μέτρα διάρκειας 10 ετών.
Η συνήγορος υπεράσπισης, Φιόνα Λαμπ, ανέφερε ότι οι συστατικές επιστολές περιγράφουν θετικά τη Νίκολσον, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης μετατραυματικής διαταραχής στρες και διπολικής διαταραχής, προσθέτοντας ότι ενδέχεται να είναι ευάλωτη σε εκφοβισμό και εκμετάλλευση στη φυλακή.