Μια νέα μελέτη υποστηρίζει ότι η παγκόσμια γονιμότητα υποχωρεί πλέον σε πρωτοφανή επίπεδα, με την τάση να μην περιορίζεται μόνο στις πλούσιες χώρες.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και το Northwestern ανέλυσαν δεδομένα από 236 χώρες και περιοχές για την περίοδο 1950-2023 και διαπίστωσαν ότι σε 219 από αυτές τα ποσοστά γονιμότητας μειώνονται εδώ και χρόνια.

Οι ταχύτερες μειώσεις δεν εμφανίζονται πλέον μόνο σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Ιταλία. Χαρακτηριστικά, η Ταϊλάνδη έχει πέσει κάτω από το ένα παιδί ανά γυναίκα, ενώ η Κολομβία βρίσκεται περίπου στο ένα.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η τάση συνδέεται με ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές, όπως η μεγαλύτερη διάρκεια των σπουδών, η επαγγελματική σταδιοδρομία, η οικονομική ανεξαρτησία και το αυξανόμενο κόστος δημιουργίας οικογένειας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εκτίμησή τους για την πορεία του παγκόσμιου πληθυσμού. Ενώ ο ΟΗΕ προβλέπει ότι ο πληθυσμός θα φτάσει περίπου τα 10,3 δισεκατομμύρια στα μέσα της δεκαετίας του 2080, πριν αρχίσει να μειώνεται, οι δύο ερευνητές θεωρούν ότι η κορύφωση μπορεί να έρθει πολύ νωρίτερα, περίπου το 2056, στα 9 δισεκατομμύρια.

Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Οι ίδιοι οι ερευνητές σημειώνουν ότι αρκετά από τα συμπεράσματά τους αποτελούν τεκμηριωμένες υποθέσεις και όχι οριστικά αποδεδειγμένους μηχανισμούς.

Οι δημογραφικές αλλαγές έχουν ήδη οικονομικές επιπτώσεις σε χώρες με γηράσκοντα πληθυσμό. Μικρότερο εργατικό δυναμικό σημαίνει μεγαλύτερη πίεση για τη χρηματοδότηση συντάξεων, υγειονομικής περίθαλψης και άλλων δημόσιων δαπανών.

Την ίδια στιγμή, ένας μικρότερος πληθυσμός δεν σημαίνει απαραίτητα μόνο αρνητικές συνέπειες, καθώς μπορεί να περιορίσει την πίεση στη στέγαση και στις υποδομές και να επιτρέψει μεγαλύτερες επενδύσεις ανά παιδί.

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η υπογεννητικότητα έχει πλέον μετατραπεί σε παγκόσμια δημογραφική τάση, η οποία επεκτείνεται σε όλο και περισσότερες χώρες.