
Ολοένα και λιγότερα παιδιά γεννιούνται σε πολλές χώρες του κόσμου, με τους επιστήμονες να προειδοποιούν ότι η υπογεννητικότητα μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών.
Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι μέχρι σήμερα υπολογισμοί για τη διατήρηση ενός σταθερού πληθυσμού ίσως ήταν υπερβολικά αισιόδοξοι, καθώς δεν λάμβαναν πλήρως υπόψη παράγοντες όπως η θνησιμότητα, η αναλογία φύλων, αλλά και το γεγονός ότι αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που επιλέγουν να μην αποκτήσουν παιδιά.
Ο παγκόσμιος δείκτης γονιμότητας έχει μειωθεί σημαντικά. Από 5,3 παιδιά ανά γυναίκα τη δεκαετία του 1960, έφτασε περίπου στα 2,3 παιδιά το 2023.
Στις ΗΠΑ ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται στο 1,62, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν 1,57 το 2022, επίπεδα αρκετά χαμηλότερα από αυτά που απαιτούνται για τη σταθερότητα του πληθυσμού.
Ο Έλον Μασκ έχει χαρακτηρίσει τη μείωση των γεννήσεων ως έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για το μέλλον, υποστηρίζοντας ότι η συρρίκνωση του πληθυσμού μπορεί να προκαλέσει ελλείψεις εργατικού δυναμικού, πίεση στα συστήματα υγείας και συντάξεων και μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η διατήρηση ενός βιώσιμου πληθυσμού απαιτεί υψηλότερα επίπεδα γεννήσεων από αυτά που καταγράφονται σήμερα σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες.
Η μεγαλύτερη ανησυχία καταγράφεται στη Νότια Κορέα, η οποία έχει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας στον κόσμο, με μόλις 0,87 παιδιά ανά γυναίκα.
Οι ειδικοί αποδίδουν την κατάσταση στο υψηλό κόστος ζωής, τις επαγγελματικές πιέσεις και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα νεότερα ζευγάρια.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One, χαρακτηρίζει την υπογεννητικότητα «σοβαρή απειλή για τη βιωσιμότητα των ανεπτυγμένων χωρών», καθώς η μείωση των γεννήσεων επηρεάζει όχι μόνο τον αριθμό των κατοίκων αλλά και τη λειτουργία ολόκληρων κοινωνιών.