Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς δημόσια συζήτηση και χωρίς να έχει διαρρεύσει το σχέδιο στον Τύπο, η Ίντιρα Γκάντι προχώρησε σε μία από τις πιο τολμηρές οικονομικές αποφάσεις της σύγχρονης Ινδίας.

Το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1969 υπέγραψε έκτακτο προεδρικό διάταγμα και μέσα σε λίγες ώρες 14 από τις μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες της χώρας πέρασαν στον έλεγχο του κράτους.

Το επόμενο πρωί οι ιδιώτες μέτοχοι είχαν χάσει τον έλεγχο των τραπεζών που διαχειρίζονταν περίπου το 70% των καταθέσεων της Ινδίας.

Για τους υποστηρικτές της Γκάντι, ήταν μια κίνηση που θα έφερνε την οικονομική δύναμη πιο κοντά στους απλούς πολίτες. Για τους επικριτές της, ήταν μια πρωτοφανής κρατική παρέμβαση που θα δημιουργούσε προβλήματα στην οικονομία.

Τη δεκαετία του 1960, το τραπεζικό σύστημα της Ινδίας εξυπηρετούσε κυρίως μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Ισχυρές οικογένειες, όπως οι Birla και οι Tata, είχαν σημαντική επιρροή στον τραπεζικό τομέα, ενώ πολλά δάνεια κατευθύνονταν προς μεγάλες επιχειρήσεις.

Την ίδια στιγμή, εκατομμύρια αγρότες, μικροεπαγγελματίες και κάτοικοι της υπαίθρου δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τραπεζική χρηματοδότηση. Πολλοί αναγκάζονταν να δανείζονται από τοπικούς τοκογλύφους, συχνά με εξαιρετικά υψηλά επιτόκια.

Η Γκάντι θεωρούσε ότι η ανάπτυξη της χώρας δεν μπορούσε να προχωρήσει όσο το χρήμα παρέμενε συγκεντρωμένο στα χέρια λίγων. Η κρατικοποίηση σχεδιάστηκε σαν στρατιωτική επιχείρηση μυστικότητας.

Λίγες ημέρες πριν, η πρωθυπουργός απομάκρυνε από την κυβέρνηση τον υπουργό Οικονομικών Μοράρτζι Ντεσάι, ο οποίος διαφωνούσε με την απόφαση, και ανέλαβε η ίδια το υπουργείο.

Το σχέδιο γνώριζαν ελάχιστοι συνεργάτες της, ώστε να μην υπάρξει χρόνος αντίδρασης από τις τράπεζες και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Μετά την κρατικοποίηση, η κυβέρνηση έδωσε εντολή στις τράπεζες να στρέψουν περισσότερα κεφάλαια προς τη γεωργία, τις μικρές επιχειρήσεις και τις περιοχές που μέχρι τότε δεν είχαν πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Χιλιάδες νέα τραπεζικά καταστήματα άνοιξαν στην ινδική ύπαιθρο, επιτρέποντας σε εκατομμύρια ανθρώπους να χρησιμοποιήσουν για πρώτη φορά το επίσημο τραπεζικό σύστημα.

Η πολιτική αυτή βοήθησε και την Πράσινη Επανάσταση, καθώς οι αγρότες απέκτησαν δάνεια για μηχανήματα, σπόρους και γεωργικά εφόδια.

Όμως η κρατική κυριαρχία στις τράπεζες δημιούργησε και προβλήματα. Με τα χρόνια, πολλές αποφάσεις επηρεάστηκαν από πολιτικές σκοπιμότητες, η γραφειοκρατία αυξήθηκε και τα προβληματικά δάνεια πολλαπλασιάστηκαν.

Το 1991, όταν η Ινδία βρέθηκε αντιμέτωπη με μεγάλη οικονομική κρίση, η χώρα προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις και άνοιξε ξανά τον τραπεζικό τομέα σε ιδιωτικές επενδύσεις. Η απόφαση της Ίντιρα Γκάντι παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο έντονης συζήτησης.

Για κάποιους ήταν η στιγμή που η τραπεζική πίστη έπαψε να αποτελεί προνόμιο των λίγων. Για άλλους, ήταν η αρχή ενός μοντέλου που περιόρισε την αποτελεσματικότητα του τραπεζικού συστήματος.

Όποια και αν είναι η αποτίμηση, ένα γεγονός παραμένει: η νύχτα της 19ης Ιουλίου 1969 άλλαξε την οικονομική ιστορία της Ινδίας.