Ακόμα μια περίπτωση απάτης με δημοπρασίες πλαστών έργων τέχνης διάσημων καλλιτεχνών άρχισε να αποκαλύπτεται το 2023, όταν εκπρόσωποι του καλλιτέχνη Ρέιμοντς Στάπρανς εντόπισαν πλαστό έργο προς πώληση, το οποίο τελικά αγοράστηκε έναντι 60.000 δολαρίων.

Πριν από περίπου έναν χρόνο, ο έμπορος τέχνης από τη Νέα Υόρκη, Ρόμπερτ Ρόγκαλ, δέχθηκε στο ιδιωτικό του showroom μια νεαρή γυναίκα που δήλωνε πως ήθελε να πουλήσει ένα οικογενειακό κειμήλιο.

Η γυναίκα συστήθηκε ως Καρολίνα Μπανκόφσκα και παρουσίασε έναν πίνακα με υπογραφή του Άντριου Γουάιεθ, ο οποίος παρέπεμπε σε υδατογραφικά τοπία της πρώιμης δημιουργικής του περιόδου. Ο Ρόγκαλ εκτίμησε ότι το έργο θα μπορούσε να αποφέρει από 20.000 έως 30.000 δολάρια και συμφώνησε να το προωθήσει σε δημοπρασία.

«Η προέλευση δεν ήταν απολύτως σαφής, αλλά έμοιαζε αξιόπιστη. Δεν έδινε την εντύπωση πλαστού», ανέφερε τότε.

Σήμερα, ωστόσο, εκτιμά ότι επρόκειτο για απομίμηση — μία από τουλάχιστον 200 που, σύμφωνα με ομοσπονδιακούς εισαγγελείς, φέρονται να επιχείρησαν να διοχετεύσουν στην αγορά η Καρολίνα Μπανκόφσκα και ο πατέρας της, Έρβιν Μπανκόφσκι.

Την Τρίτη (28/4/2026), πατέρας και κόρη ομολόγησαν την ενοχή τους για εξαπάτηση, με θύματα μεταξύ άλλων και γνωστούς οίκους δημοπρασιών της Νέα Υόρκη, αποκομίζοντας παράνομα τουλάχιστον 2 εκατομμύρια δολάρια.

Οι απομιμήσεις κατασκευάζονταν στην Πολωνία από συνεργό που δεν κατονομάζεται, και συχνά μιμούνταν λιγότερο γνωστά έργα διάσημων καλλιτεχνών, όπως οι Banksy και Andy Warhol.

Το πιο κερδοφόρο από τα πλαστά έργα, το οποίο αποδιδόταν στον καλλιτέχνη Ρίτσαρντ Μέιχιου, πωλήθηκε από τον οίκο DuMouchelles τον Οκτώβριο, φτάνοντας το ποσό των 160.000 δολαρίων.

Οι κατηγορούμενοι, Πολωνικής καταγωγής και κάτοικοι Νιου Τζέρσεϊ, βρίσκονται αντιμέτωποι με κατηγορίες για συνωμοσία με σκοπό την απάτη μέσω ηλεκτρονικών μέσων, καθώς και για παραπλανητική παρουσίαση έργων ιθαγενών δημιουργών, εξαιτίας αντιγραφών έργων του Φριτς Σόλντερ.

Βάσει των ομοσπονδιακών οδηγιών, ενδέχεται να τους επιβληθεί ποινή φυλάκισης που ξεπερνά τα τρία χρόνια, ενώ παράλληλα καλούνται να καταβάλουν αποζημίωση περίπου 1,9 εκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, υπάρχει και το ενδεχόμενο να απελαθούν στην Πολωνία.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Καρολίνα Μπανκόφσκα παραδέχθηκε: «Η συμπεριφορά μου ήταν λανθασμένη και είμαι ένοχη», ενώ ο συνήγορός της ανέφερε ότι έχει ήδη δεσμεύσει περισσότερα από 1 εκατομμύριο δολάρια σε λογαριασμό μεσεγγύησης.

Ο Έρβιν Μπανκόφσκι, μέσω διερμηνέα, ζήτησε επίσης συγγνώμη, με τον δικηγόρο του να επισημαίνει ότι «πήρε μια κακή απόφαση προσπαθώντας να στηρίξει την οικογένειά του».

Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον χώρο της τέχνης, με ειδικούς να τονίζουν ότι τέτοιες απάτες είναι πιο διαδεδομένες απ’ όσο πιστεύεται. Η καθηγήτρια εγκλημάτων τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Έριν Τόμπσον, δήλωσε στο Associated Press: «Το μόνο ασυνήθιστο είναι ότι οι παραχαράκτες συνελήφθησαν».

Όπως πρόσθεσε, παρά την εικόνα ενός εκλεπτυσμένου χώρου, η πραγματικότητα είναι ότι κυκλοφορούν πολύ περισσότερα πλαστά έργα απ’ όσα γίνεται αντιληπτό. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, από το 2020 οι κατηγορούμενοι ανέθεταν σε καλλιτέχνη από την Πολωνία τη δημιουργία απομιμήσεων, χρησιμοποιώντας παλαιωμένο χαρτί και πλαστές σφραγίδες ώστε να φαίνονται αυθεντικά. Συχνά επικαλούνταν ανενεργές γκαλερί, παρουσιάζοντας ψευδώς ότι τα έργα είχαν εκτεθεί εκεί, για να ενισχύσουν την αξιοπιστία τους.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μία από τις πλαστές σφραγίδες έφερε την επωνυμία της ιστορικής γκαλερί M. Knoedler & Co., η οποία είχε κλείσει το 2011 έπειτα από σκάνδαλο που αφορούσε επίσης πλαστά έργα.