Το δύσκολο ηθικό δίλημμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ως θεράπων ιατρός του διαβόητου αρχιμαφιόζου, Ματέο Μεσίνα Ντενάρο περιέγραψε σε συνέντευξή του ο ογκολόγος Λουτσιάνο Μούτι, αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι βρέθηκε στο στόχαστρο απειλών εξαιτίας της εμπλοκής του στη θεραπεία του ανθρώπου που θεωρούνταν ο τελευταίος μεγάλος «Νονός» της σικελικής μαφίας.

Ο 70χρονος γιατρός, με πολυετή καριέρα στο Royal Manchester Hospital, ανέφερε ότι η ιατρική δεοντολογία δεν αφήνει περιθώρια διακρίσεων, ακόμα και όταν ο ασθενής είναι υπεύθυνος για ειδεχθή εγκλήματα.

Όταν επέστρεψε στην Ιταλία για να εργαστεί στο Νοσοκομείο San Salvatore, ανέλαβε τη φροντίδα του Ντενάρο, ο οποίος έπασχε από καρκίνο του παχέος εντέρου και εξέτιε πολλαπλές ποινές ισόβιας κάθειρξης μετά τη σύλληψή του το 2023.

Ο Μούτι αποκάλυψε ότι η απόφασή του να αναλάβει τον διαβόητο αρχιμαφιόζο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Όπως εξήγησε, δέχθηκε απειλές τόσο από ανθρώπους που θεωρούσαν πως δεν έπρεπε να προσφέρει ιατρική βοήθεια στον Ντενάρο όσο και από εκείνους που τον κατηγορούσαν επειδή δεν κατάφερε να τον σώσει. Η κατάσταση κρίθηκε τόσο σοβαρή ώστε οι ιταλικές αρχές τον ενέταξαν σε ειδικό πρόγραμμα προστασίας.

Παρά τη σκοτεινή φήμη του ασθενούς του, ο γιατρός τόνισε ότι προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει όπως κάθε άλλο άνθρωπο που δίνει μάχη με μια σοβαρή ασθένεια. Παραδέχθηκε πάντως ότι αρχικά δυσκολεύτηκε να διαχωρίσει τον ασθενή από τα εγκλήματα που τον βάραιναν, όμως με την πάροδο του χρόνου η σχέση τους περιορίστηκε στο πλαίσιο γιατρού και ασθενούς.

Ο Ντενάρο, γνωστός και ως «Ντιαμπολίκ», υπήρξε για δεκαετίες ένας από τους πλέον καταζητούμενους φυγάδες της Ιταλίας. Θεωρείται κορυφαίο στέλεχος της Κόζα Νόστρα και είχε καταδικαστεί για σειρά δολοφονιών, βομβιστικών επιθέσεων και άλλων βαριών εγκλημάτων που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία της χώρας.

Συνελήφθη έπειτα από περίπου 30 χρόνια φυγοδικίας και πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2023 σε ηλικία 61 ετών, λίγους μήνες μετά τη μεταφορά του στη φυλακή και την έναρξη της θεραπείας του.

Στη συνέντευξή του, ο Μούτι υπογράμμισε ότι το μεγαλύτερο μάθημα που αποκόμισε από την υπόθεση ήταν πως η ιατρική δεν καλείται να κρίνει τους ανθρώπους για τις πράξεις τους, αλλά να προσφέρει φροντίδα σε όσους τη χρειάζονται, ανεξάρτητα από το παρελθόν τους.