Η ζωή του Μάρκος Ροδρίγκεθ Παντόχα μοιάζει περισσότερο με σενάριο ταινίας παρά με πραγματική ιστορία. Ως παιδί έζησε για χρόνια μόνος στα βουνά της Σιέρα Μορένα στην Ισπανία, έχοντας ως συντροφιά άγρια ζώα και, σύμφωνα με τις δικές του διηγήσεις, μια αγέλη λύκων.

Όταν όμως επέστρεψε στην ανθρώπινη κοινωνία, η ζωή του δεν έγινε ευκολότερη. Αντίθετα, βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν κόσμο που δεν καταλάβαινε και με ανθρώπους που πολλές φορές εκμεταλλεύτηκαν την αφέλειά του.

Ο άνθρωπος που έγινε γνωστός ως ο «Μόγλης της Ισπανίας» πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην Ουρένσε, αφήνοντας πίσω του μια από τις πιο παράξενες και συγκλονιστικές ιστορίες επιβίωσης.

Ο ίδιος, λίγο πριν από τον θάνατό του, είχε περιγράψει τη ζωή του με μια φράση που συμπύκνωνε όσα είχε περάσει: «Σε αυτή τη ζωή πέρασα πολύ άσχημα».

Η ζωή στα βουνά

Ο Μάρκος βρέθηκε το 1965, όταν ήταν περίπου 19 ετών. Είχε ήδη περάσει σχεδόν 12 χρόνια μακριά από την κοινωνία.

Όταν οι αστυνομικοί τον εντόπισαν, προσπάθησε να απομακρυνθεί. Δεν ήθελε να επιστρέψει στους ανθρώπους. Τελικά τον έπιασαν, του έδεσαν τα χέρια και τον κατέβασαν από το βουνό.

Αργότερα θυμόταν ότι φώναζε και αντιδρούσε επειδή δεν ήθελε να εγκαταλείψει το μέρος όπου αισθανόταν ασφαλής.

Οι αναμνήσεις του από τους ανθρώπους ήταν άλλωστε ιδιαίτερα αρνητικές. Έλεγε πως όταν άκουγε ανθρώπινες φωνές στο βουνό, κρυβόταν, καθώς είχε συνδέσει την ανθρώπινη παρουσία με βία και κακομεταχείριση.

Η επιστροφή στον «πολιτισμό» ήταν σοκ

Από τη στιγμή που επέστρεψε στην κοινωνία, χρειάστηκε να μάθει ξανά σχεδόν τα πάντα.

Δεν γνώριζε πώς λειτουργούσαν οι καθημερινές ανθρώπινες συνήθειες και δυσκολευόταν να αντιληφθεί τους άγραφους κανόνες.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με το κουρείο. Όταν βρέθηκε μπροστά σε καθρέφτη, δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Όταν ο κουρέας πλησίασε το πρόσωπό του με ξυράφι, πίστεψε ότι κινδύνευε και αντέδρασε επιθετικά.

Για τον Μάρκος, ένα ξυράφι ήταν εργαλείο που χρησιμοποιούσε στο βουνό για να σκοτώνει ζώα και να εξασφαλίζει τροφή. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένας άγνωστος άνθρωπος το πλησίαζε στον λαιμό του.

Δεν καταλάβαινε ούτε το χρήμα

Ακόμη και απλές καθημερινές συναλλαγές αποτελούσαν γι’ αυτόν μυστήριο.

Δεν αντιλαμβανόταν γιατί έπρεπε να πληρώσει για ένα φαγητό ή για ένα προϊόν. Έχει περιγράψει περιστατικό κατά το οποίο πήρε ένα μήλο από κατάστημα χωρίς να γνωρίζει ότι έπρεπε προηγουμένως να το αγοράσει.

Το ίδιο συνέβη και σε εστιατόριο, όπου ξαφνιάστηκε όταν του ζήτησαν χρήματα μετά το γεύμα.

Το πρόβλημα αυτό τον έκανε ιδιαίτερα ευάλωτο και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες για τη ζωή του, ορισμένοι εργοδότες εκμεταλλεύτηκαν την άγνοιά του και τον πλήρωναν πολύ λιγότερο από όσα δικαιούνταν.

Ακόμη και το ραδιόφωνο τον τρόμαξε

Η τεχνολογία ήταν ένας εντελώς άγνωστος κόσμος.

Όταν άκουσε για πρώτη φορά ανθρώπινες φωνές να βγαίνουν από ένα ραδιόφωνο, πίστεψε ότι υπήρχαν άνθρωποι μέσα στη συσκευή.

Ανάλογη ήταν η αντίδρασή του όταν πήγε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Βλέποντας άλογα και ανθρώπους να εμφανίζονται στην οθόνη, τρόμαξε και αποχώρησε από την αίθουσα.

Για έναν άνθρωπο που είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια στη φύση, όλα αυτά δεν ήταν αυτονόητα. Ήταν ένας άγνωστος κόσμος που έπρεπε να μάθει από την αρχή.

Η σχέση του με τους λύκους

Ο Μάρκος έλεγε ότι στα χρόνια που έζησε στα βουνά είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση με τα ζώα.

Οι λύκοι ήταν για εκείνον κάτι περισσότερο από άγρια ζώα. Ήταν μέρος του περιβάλλοντος στο οποίο είχε μάθει να ζει και να επιβιώνει.

Αργότερα προσπάθησε να επιστρέψει στα βουνά, όμως διαπίστωσε ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει.

Η περιοχή είχε πλέον γεμίσει σπίτια και ανθρώπινες κατασκευές. Ακόμη πιο οδυνηρό ήταν ότι οι λύκοι που κάποτε τον πλησίαζαν δεν έρχονταν πλέον κοντά του.

Ο ίδιος πίστευε ότι υπήρχε ένας απλός λόγος: «Μύριζα άνθρωπο».

Τα ρούχα και η κολόνια είχαν αλλάξει τη μυρωδιά του και, όπως έλεγε, τα ζώα πλέον τον αντιμετώπιζαν διαφορετικά.

«Με τους ανθρώπους έμαθα να ντρέπομαι»

Ο Μάρκος δεν έκρυψε ποτέ την απογοήτευσή του από την ανθρώπινη κοινωνία.

Έλεγε ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να λένε ένα πράγμα και να εννοούν κάτι διαφορετικό, κάτι που δυσκολευόταν να κατανοήσει.

Αντίθετα, θεωρούσε ότι τα ζώα ήταν πιο ειλικρινή.

«Με τους ανθρώπους έμαθα να ντρέπομαι και να μισώ», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τις εμπειρίες του μετά την επιστροφή του από τα βουνά.

Δεν θεωρούσε όμως όλους τους ανθρώπους κακούς. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του βρήκε ανθρώπους που τον αντιμετώπισαν με σεβασμό και ενδιαφέρον.

Η εκμετάλλευση δεν σταμάτησε

Η αδυναμία του να κατανοήσει τους κανόνες της κοινωνίας τον έκανε εύκολο στόχο.

Κάποια στιγμή ταξίδεψε στη Μαγιόρκα με έναν γνωστό του. Εκείνος φέρεται να του πήρε τη βαλίτσα και τα χρήματα και να τον εγκατέλειψε.

Ο Μάρκος αναγκάστηκε να δουλέψει σε διάφορες εργασίες, μεταξύ άλλων ως βοηθός μάγειρα, μπάρμαν, οικοδόμος και οδοκαθαριστής.

Σε μία περίπτωση, μάλιστα, είχε αναφέρει ότι εργοδότης τον έβαλε να πουλά μαριχουάνα, παρουσιάζοντάς του την ως «φάρμακο για το στομάχι».

Η ζωή του μετά το βουνό αποδείχθηκε έτσι μια συνεχής προσπάθεια να καταλάβει έναν κόσμο που για τους περισσότερους ανθρώπους θεωρείται αυτονόητος.

Τελικά βρήκε ανθρώπους που τον αγάπησαν

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν διαφορετικά.

Στη Γαλικία βρήκε ανθρώπους που τον αποδέχθηκαν και τον φρόντισαν. Έγινε γνωστός στην τοπική κοινωνία και άρχισε να μιλά σε παιδιά για τη φύση και τα ζώα.

Παρά την τραυματική εμπειρία του με την κοινωνία, δεν έμεινε τελικά εντελώς μόνος.

Ο άνθρωπος που κάποτε φοβόταν τους ανθρώπους και προτιμούσε να κρύβεται στα βουνά, κατάφερε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να αποκτήσει μια κοινότητα γύρω του.

Όταν πέθανε, περισσότεροι από 300 άνθρωποι βρέθηκαν στην κηδεία του.

Μια ζωή που ξεκίνησε μέσα στα βουνά και δίπλα στους λύκους ολοκληρώθηκε τελικά ανάμεσα στους ανθρώπους. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο παράδοξο κομμάτι της ιστορίας του: ο Μάρκος έμαθε να επιβιώνει στη φύση, αλλά χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να μάθει να επιβιώνει και μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία.