Ο 35χρονος Τζόζεφ Γκίμπσον δημιούργησε μια προσεκτικά στημένη ζωή γεμάτη πλούτο, πολυτέλεια και επιτυχίες, προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που γνώριζε μέσω διαδικτύου. Παρουσιαζόταν ως πάμπλουτος επιχειρηματίας, πρώην στρατιώτης ειδικών δυνάμεων και άνθρωπος με τεράστια οικονομική επιφάνεια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υποστήριζε ακόμη και ότι έπασχε από καρκίνο.

Μέσω της εφαρμογής Tinder κατάφερε να προσεγγίσει αρκετές γυναίκες και να δημιουργήσει μαζί τους σχέσεις βασισμένες σε ψέματα. Υποστήριζε ότι είχε στην κατοχή του πολυτελή σπίτια σε διάφορες περιοχές του κόσμου, ακριβά αυτοκίνητα, σκάφη και σημαντικές επενδύσεις. Μάλιστα, είχε ισχυριστεί ότι η περιουσία του έφτανε τα 440 εκατομμύρια λίρες.

Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας συναισθηματική χειραγώγηση, ζητούσε χρήματα για υποτιθέμενες επενδύσεις, επιχειρηματικές ανάγκες ή ιατρικά έξοδα.

Σε μία περίπτωση έπεισε γυναίκα να του δώσει περισσότερες από 5.200 λίρες, ενώ σε άλλη κατάφερε να την πείσει να του παραδώσει 10.000 λίρες, υποσχόμενος ότι θα τις επένδυε και θα τις μετέτρεπε σε 150.000 λίρες.

Ο Γκίμπσον έφτασε μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει ότι πάσχει από καρκίνο και να στείλει φωτογραφία του μέσα από νοσοκομείο, προκειμένου να ενισχύσει την ιστορία του και να πείσει τα θύματά του να του δώσουν ακόμη περισσότερα χρήματα.

Συνολικά, ο απατεώνας κατάφερε να αποσπάσει 68.000 λίρες, ποσό που ξεπερνά τα 79.000 ευρώ, από τέσσερα θύματα. Η δράση του προκάλεσε σοβαρές οικονομικές και προσωπικές συνέπειες, καθώς ένα από τα θύματά του αναγκάστηκε να προχωρήσει σε συμφωνία διαχείρισης χρεών.

Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του ότι μπορούσε να αποζημιώσει τα θύματά του και τον καταδίκασε σε τρία χρόνια και δύο μήνες φυλάκιση.

Ο δικαστής χαρακτήρισε τις ιστορίες που είχε δημιουργήσει ως «απόλυτη φαντασία» και του επισήμανε ότι οι άνθρωποι που τον εμπιστεύτηκαν έχασαν χρήματα, στόχους και σχέσεις εξαιτίας του.

Παράλληλα, οι Αρχές έχουν ξεκινήσει διαδικασίες για τον εντοπισμό τυχόν περιουσιακών στοιχείων του, ώστε να εξεταστεί η δυνατότητα επιστροφής χρημάτων στα θύματα.

Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους των διαδικτυακών γνωριμιών, όπου απατεώνες χρησιμοποιούν ψεύτικες ταυτότητες, οικονομικές υποσχέσεις και συναισθηματική χειραγώγηση για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων τους.