Ο 35χρονος άστεγος που δολοφόνησε με μαχαίρι την 23χρονη Ουκρανή πρόσφυγα Ιρίνα Ζαρούτσκα μέσα σε τρένο στη Σάρλοτ της Βόρειας Καρολίνας κρίθηκε ψυχικά ακατάλληλος να δικαστεί, με αποτέλεσμα η υπόθεση να παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι νεότερης εξέλιξης.

Σύμφωνα με ψυχιατρική γνωμάτευση που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, ο Ντε Κάρλος Μπράουν Τζούνιορ δεν διαθέτει την ικανότητα να κατανοήσει ή να συμμετάσχει στη δικαστική διαδικασία. Ως εκ τούτου, η εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να προχωρήσει έως ότου κριθεί από το δικαστήριο ότι η ψυχική του κατάσταση έχει αποκατασταθεί.

Η δολοφονία, που σημειώθηκε τον Αύγουστο του 2025, είχε προκαλέσει έντονο σοκ στις ΗΠΑ, καθώς το περιστατικό καταγράφηκε σε βίντεο που δημοσιοποίησε η Charlotte Area Transit System (CATS).

Στα πλάνα διακρίνεται ο δράστης να κάθεται πίσω από τη νεαρή Ουκρανή, να βγάζει ένα μαχαίρι, να κάνει μια στιγμιαία παύση και στη συνέχεια να της επιτίθεται με επανειλημμένα χτυπήματα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά απομακρύνεται, αφήνοντάς τη να πέσει αιμόφυρτη στο πάτωμα του βαγονιού.

Σε βάρος του δράστη έχουν ασκηθεί διώξεις για ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει και ομοσπονδιακές κατηγορίες για φόνο σε μέσο μαζικής μεταφοράς — αδίκημα που, σε περίπτωση καταδίκης, μπορεί να επισύρει ακόμη και τη θανατική ποινή.

Όπως αναφέρει η New York Times, παρά την απόφαση περί ψυχικής ανικανότητας, η υπόθεση δεν θεωρείται λήξασα.

Το επόμενο στάδιο αφορά διαδικασία «αποκατάστασης», κατά την οποία θα εξεταστεί εάν μπορεί να λάβει θεραπεία ώστε να καταστεί ικανός να δικαστεί στο μέλλον.

Ο Μπράουν παραμένει υπό ομοσπονδιακή κράτηση, ενώ η εκδίκαση της υπόθεσης σε επίπεδο πολιτείας έχει προς το παρόν ανασταλεί. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια σοβαρά ψυχικά προβλήματα και έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις αρχές για βίαιες πράξεις.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο 35χρονος έχει διαγνωστεί με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, μεταξύ των οποίων και σχιζοφρένεια. Μάλιστα, στο παρελθόν είχε απευθυνθεί πολλές φορές σε νοσοκομεία και αρχές, ισχυριζόμενος ότι το σώμα του «ελέγχεται» από εξωτερικές δυνάμεις, χωρίς όμως να έχει λάβει σταθερή και συνεχή θεραπευτική υποστήριξη.

Η οικογένειά του είχε εκφράσει έντονες ανησυχίες για την επικινδυνότητά του, εκτιμώντας ότι δεν ήταν πλέον ασφαλές να ζει μαζί τους, γεγονός που οδήγησε τελικά στην αστεγία του. Παρά τη σοβαρή ψυχική του κατάσταση, δεν είχε χαρακτηριστεί νομικά ως επικίνδυνος ώστε να υποχρεωθεί σε νοσηλεία.

Ο δράστης είχε απασχολήσει τις αρχές ήδη από το 2007, ενώ το 2014 καταδικάστηκε για ένοπλη ληστεία και παράνομη κατοχή όπλου, εκτίοντας ποινή φυλάκισης άνω των πέντε ετών. Η τελευταία του σύλληψη πριν από τη δολοφονία είχε σημειωθεί τον Ιανουάριο του 2025, για κατάχρηση της γραμμής έκτακτης ανάγκης.