
Η Ταϊλάνδη, μαζί με αρκετές γειτονικές χώρες που βασίζονται στις ενεργειακές εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή, βρίσκεται στο επίκεντρο της ενεργειακής κρίσης που πυροδότησε ο πόλεμος στο Ιράν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σε πολλές περιοχές της χώρας, να παρατηρούνται μεγάλες ουρές στα πρατήρια καυσίμων.
Η έλλειψη καυσίμων έχει ήδη επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα: μεγάλα ταξί έχουν περιορίσει τα δρομολόγιά τους από το βασικό αεροδρόμιο της Μπανγκόκ, τουριστικά σκάφη έχουν ακινητοποιηθεί, ενώ ακόμη και κάποιοι ναοί έχουν αναστείλει τελετές καύσης, σύμφωνα με τον Guardian.
Παράλληλα, σοβαρό πλήγμα δέχονται οι αγρότες και οι αλιείς — βασικοί πυλώνες των εξαγωγών της χώρας σε προϊόντα όπως το ρύζι, η ζάχαρη και τα κονσερβοποιημένα ψάρια — καθώς πολλοί αδυνατούν να προμηθευτούν ντίζελ για τον εξοπλισμό τους.
Μάλιστα, ένωση αλιέων προειδοποίησε ότι ο κλάδος, αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, κινδυνεύει να παραλύσει πλήρως μέσα σε λίγες ημέρες, αν δεν υπάρξει κρατική στήριξη για το κόστος καυσίμων.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές του ντίζελ εκτοξεύτηκαν στα 38,94 μπατ (1,03 ευρώ) ανά λίτρο, μετά τη λήξη των επιδοτήσεων, από 29,94 μπατ (0,79 ευρώ) πριν από την έναρξη του πολέμου. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφορούν βίντεο που δείχνουν πολίτες να σπεύδουν στα πρατήρια με δοχεία, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν καύσιμα.
Στην ευρύτερη περιοχή, οι κυβερνήσεις αναζητούν λύσεις για τη μείωση της κατανάλωσης καυσίμων. Στις Φιλιππίνες, για παράδειγμα, εφαρμόστηκε τετραήμερη εργασία για μεγάλο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ στο Λάος οι αρχές παροτρύνουν τους μαθητές να μετακινούνται προς τα σχολεία με ποδήλατο ή χρησιμοποιώντας τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Στην Ταϊλάνδη, από την πλευρά της, η κυβέρνηση προχώρησε και σε μέτρα στήριξης των αγροτών, όπως ένα πρόγραμμα αγοράς ρυζιού σε τιμές υψηλότερες από τις τρέχουσες της αγοράς, καθώς και επιδοτήσεις για το κόστος των λιπασμάτων.