Τα ξημερώματα της 11ης Μαρτίου 2025, η Έρικα Περέιρα ντα Σιλβέιρα Βισέντε ξύπνησε από τις κραυγές της κόρης της. Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιό της, βρήκε τον σύντροφό της πάνω από το κορίτσι στο κρεβάτι, με το παντελόνι κατεβασμένο, προσπαθώντας να της κλείσει το στόμα. Η αντίδρασή της ήταν άμεση.

Έσυρε τον άνδρα μέχρι το σαλόνι, πήρε ένα μαχαίρι και τον μαχαίρωσε επανειλημμένα, κόβοντάς του τα γεννητικά όργανα. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια ενός νεαρού που άκουσε τον θόρυβο και μπήκε στο σπίτι, έσυρε το πτώμα σε μια κοντινή δασώδη περιοχή, όπου του έβαλε φωτιά.

Αυτό ισχυρίστηκε η 42χρονη μητέρα κατά ενώπιον του δικαστηρίου στο Μίνας Ζεράις της Βραζιλίας, όπου δικάστηκε την Τρίτη (24/3/2026) για τη δολοφονία του Έβερτον Αμάρο ντα Σίλβα, πέρυσι στη συνοικία Τακουαρίλ.

Το δικαστικό σώμα με πλειοψηφία των ενόρκων την έκρινε αθώα, απαλλάσσοντάς την από όλες τις κατηγορίες.

Σύμφωνα με την εισαγγελία, η Έρικα φέρεται να νάρκωσε το θύμα, να το στραγγάλισε και να το χτύπησε με ένα κομμάτι ξύλου, να του έκοψε τα γεννητικά όργανα ενώ ήταν ακόμα ζωντανός και να έβαλε φωτιά στο σώμα του, με τη βοήθεια ενός ανηλίκου.

Η Εισαγγελία υποστήριξε ότι το έγκλημα διαπράχθηκε με σκληρά μέσα και με τρόπο που δυσχέρανε την άμυνα του θύματος.

Κατά τη διάρκεια της απολογίας της όμως η Έρικα είχε δώσει μια διαφορετική εκδοχή. Είπε ότι γνώριζε τον Έβερτον από την παιδική της ηλικία και ότι αυτός σύχναζε στο σπίτι της. Δύο εβδομάδες πριν το έγκλημα, ανακάλυψε ότι έστελνε μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου στην κόρη της, η οποία τότε ήταν 11 ετών.

Η Έρικα αρνήθηκε ότι είχε ναρκώσει το θύμα ή ότι είχε σεξουαλική σχέση μαζί του εκείνη τη νύχτα, πείθοντας το δικαστήριο.

Μετά τη σύλληψή της, η μητέρα είχε παραδεχτεί την πράξη της, επισημαίνοντας ωστόσο ότι ενήργησε αποκλειστικά για να προστατεύσει την κόρη της.

Παρόμοια περιστατικά δεν είναι πρωτοφανή στη Βραζιλία, καθώς στο παρελθόν έχουν σημειωθεί βίαιες επιθέσεις σε καταδικασμένους παιδόφιλους.