Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, με ομόφωνη απόφαση, ήρε σήμερα,  τη βουλευτική ασυλία του βουλευτή του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ) Νίκου Σύκα, δίνοντας άδεια για όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την ανακριτική κατάθεση μέχρι και την εκτέλεση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης.

Η πρώην (πλέον) σύντροφος του μετά την καταγγελία που είχε κάνει στην Αστυνομία Λεμεσού, την απέσυρε δηλώνοντας πως δεν θέλει να προχωρήσει η διαδικασία και δεν έχει καμία απαίτηση από τον βουλευτή.

Η γυναίκα σύμφωνα με πληροφορίες είπε στους αστυνομικούς ότι τρόμαξε από τις διαστάσεις που πήρε η υπόθεση και από το γεγονός ότι ο Νίκος Σύκας είναι δημόσιο πρόσωπο. Φέρεται να είπε πως δεν μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση που της προκάλεσε έντονο στρες και για αυτό δεν θα δώσει κατάθεση ενώπιον δικαστηρίου.

Η απόσυρση δεν επηρέασε τη διαδικασία 

Σύμφωνα με όσα ανέγνωσε η Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου  Κατερίνα Σταματίου, κρίθηκε πως συντρέχουν «γνήσιοι και σοβαροί λόγοι» δημοσίου συμφέροντος,  για άρση της ασυλίας του βουλευτή, ενώ τα υπό διερεύνηση αδικήματα χαρακτηρίζονται σοβαρά και απαιτούν άμεση διερεύνηση. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ισονομία, με την επισήμανση ότι όλοι είναι ίσοι έναντι του νόμου, ανεξαρτήτως ιδιότητας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι τα αδικήματα που διερευνώνται δεν φαίνεται να συνδέονται με την πολιτική ή κοινοβουλευτική δραστηριότητα του βουλευτή, εντός ή εκτός Βουλής.

Αστυνομική ανάκριση

Στην πράξη, με την άρση της ασυλίας ανοίγει ο δρόμος για πλήρη ποινική διερεύνηση τεσσάρων αδικημάτων που αναφέρονται στην απόφαση και αφορούν άσκηση βίας, άσκηση ψυχολογικής βίας, επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και απειλή, στο πλαίσιο της σχετικής κυπριακής νομοθεσίας και του Ποινικού Κώδικα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφονται, τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνδέονται με επεισόδιο στην Αθήνα, στο διάστημα 31 Δεκεμβρίου 2025 έως 3 Ιανουαρίου 2026. Στις καταθέσεις της, η γυναίκα φέρεται να ανέφερε προσβλητικά σχόλια πριν από κοινή έξοδο με ον βουλευτή και, μετά την επιστροφή στο ξενοδοχείο, άσκηση σωματικής βίας και απειλές. Στη δικογραφία γίνεται αναφορά και σε ιατρική έκθεση από εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, καθώς και σε φωτογραφίες που παραδόθηκαν στην Αστυνομία.

Στις 6 Ιανουαρίου 2026, η γυναίκα  κατέθεσε ένορκη δήλωση με την οποία δήλωσε ότι δεν επιθυμεί ποινική δίωξη ή περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης, αποδίδοντας την απόσυρση σε στρες και ψυχολογική πίεση λόγω της δημοσιότητας και του ότι ο καταγγελλόμενος είναι δημόσιο πρόσωπο.

Η υπεράσπιση και η απάντηση της Εισαγγελίας

Ο δικηγόρος του βουλευτή,, πρώην βουλευτής του ΔΗΣΥ Χρήστος Πουργουρίδης, δεν έφερε ένσταση επί της αρχής για άρση της ασυλίας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, αλλά έθεσε προβληματισμούς για το κατά πόσο μπορεί να αποδειχθεί η υπόθεση χωρίς τη μαρτυρία της καταγγέλλουσας, αφού έχει αποσυρθεί η καταγγελία. Έθεσε επίσης ζήτημα ορολογίας ως προς τη χρήση του όρου «θύμα» πριν από καταδίκη, σημειώνοντας πως οι λέξεις έχουν την σημασία τους και η παρουσίαση της γυναίκας ως «θύμα» πριν την δίκη του πελάτη του και την θεωρητική καταδίκη, παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας.

Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης αντέτεινε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, σε αυτή τη διαδικασία, δεν εξετάζει την επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, αλλά αν το αίτημα είναι μη αυθαίρετο και υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ενώ για την αξιολόγηση του υλικού και την ποινική πορεία αρμόδιος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, ο οποίος όταν μελετήσει το υλικό της ανάκρισης θα αποφανθεί αν υπάρχει επαρκής μαρτυρία για ποινική δίωξη.

Η σημερινή απόφαση λήφθηκε μέσα σε κλίμα έντονης συζήτησης για το εύρος της βουλευτικής ασυλίας. Ενδεικτικό είναι ότι ο Δημοκρατικός Συναγερμός τοποθετήθηκε δημόσια υπέρ του άμεσου περιορισμού της ασυλίας αποκλειστικά στο πλαίσιο άσκησης κοινοβουλευτικών καθηκόντων, με στόχο ρύθμιση πριν από τις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Μετά την άρση της ασυλίας, η Αστυνομία αναμένεται να προχωρήσει άμεσα σε ανακριτική διαδικασία και στη συνέχεια θα κριθεί, στη βάση του συνολικού υλικού, αν θα καταχωριστεί υπόθεση στο Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με τη σημερινή απόφαση, έλυσε ουσιαστικά τα χέρια της διαδικασίας, αλλά όχι και το δικαστικό αποτέλεσμα, που θα κριθεί εκεί που πρέπει, στο ακροατήριο.