Όλοι οι διάσημοι άνθρωποι, όλοι εκείνοι που έχουν υπάρξει αναγνωρίσιμοι και υπεραγαπημένοι από τον κόσμο στον οποίο απευθύνονται, ζουν με μια ευλογία και με μια κατάρα: είναι ευλογημένοι γιατί θα βιώσουν μια λαμπρή κατάσταση, κάτι που ο μέσος άνθρωπος δεν θα βιώσει, αλλά είναι και καταραμένοι διότι η συνειδητοποίηση της θνητότητάς τους είναι αναπόφευκτα πιο σκληρή σε σχέση με εκείνη των υπολοίπων ανθρώπων.

Διότι είναι εντελώς διαφορετικό να βιώνεις τα γεράματά σου ως ένας απλός άνθρωπος σε σχέση με το να τα βιώνεις ως ένας μεγάλος σταρ. Στη δεύτερη περίπτωση θα σου υπενθυμίζεται διαρκώς η αστραφτερή νεότητά σου, θα την βλέπεις στην τηλεόραση, σε παλιά αφιερώματα, σε φωτογραφίες περιοδικών. Και τα γέρικα χρόνια σου θα μοιάζουν πιο διογκωμένα.

Ελάχιστοι διάσημοι άνθρωποι έχουν καταφέρει να δραπετεύσουν από αυτή τη διπλή αίσθηση. Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και αγαπητούς ηθοποιούς στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, δεν ήταν από εκείνους που τα κατάφεραν: τα τελευταία χρόνια του υπήρξαν παντελώς αναντίστοιχα της υπόλοιπης ζωής του. Από την ζωντάνια και την αρχοντιά που τον διακατείχε στη νεότητά του, κατέληξε απομονωμένος και σιωπηλός στα βαθιά γεράματά του.

«Ο έγκλειστος της Βάρκιζας»: έτσι αποκαλούσε ο Τύπος της εποχής τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 όταν και ο πάλαι ποτέ υπέρλαμπρος ηθοποιός δεν έλεγε να βγει από το σπίτι του στην Βάρκιζα, δεν έβγαζε λέξη από το στόμα του και -κυρίως- δεν ενημερωνόταν για τίποτα που είχε να κάνει με τον έξω κόσμο.

Διαβάστε την συνέχεια εδώ