
Ο Τζον Σέφερντ έκανε πολλές προσπάθειες να επικοινωνήσει με εξωγήινους, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να δει την ιστορία του να γίνεται ταινία.
Ο Αμερικανός από μια απομακρυσμένη περιοχή του Μίσιγκαν, στις ΗΠΑ, θεωρούσε πως θα κατάφερνε να έρθει σε επαφή με εξώκοσμα όντα εάν έπαιζε τζαζ και ρέγκε. «Ενδιαφέρομαι να ανακαλύψω το άγνωστο. Και το άγνωστο είναι αυτό ακριβώς: άγνωστο. Και ψάχνεις, και συνεχίζεις να ψάχνεις, λόγω της επιθυμίας σου. Γιατί ξέρεις ότι εκεί κάτι υπάρχει», παραδέχθηκε για την προσπάθειά του.
Αφού εφηύρε και κατασκεύασε μια ευρεία γκάμα από συσκευές, εξέπεμπε επί χρόνια «μη εμπορική μουσική» από το σπίτι των παππούδων του. Ήταν ο τρόπος του για να έρθει σε επικοινωνία με τους εξωγήινους. Έτσι νόμιζε, τουλάχιστον.
Η ταινία, που σκηνοθέτησε ο Μάθιου Κίλιπ, είναι ένας ύμνος στο πνεύμα της εξερεύνησης και της καινοτομίας και μια σε βάθος σκιαγράφηση της θέλησης όλων μας για κάτι περισσότερο. Ο Τζον Σέφερντ μιλάει μεταξύ άλλων για τη μητέρα του, η οποία τον μεγάλωσε μόνη και την οποία την έβλεπε λίγο: «Πάντα ήταν λίγο διαφορετική από εμένα. Σχεδόν, αλλά όχι εξωγήινη. Στα αλήθεια, αυτή δεν είναι η σωστή λέξη. Απλά, διαφορετική».
Εξομολογείται, ακόμα, ότι η ζωή του ήταν ζωή μοναξιάς και παραδέχεται ότι αυτή η αποξένωση επιδεινώθηκε λόγω της ομοφυλοφιλίας του: «Μερικές φορές, έχοντας πάρει αυτή τη ρότα που έχω πάρει στη ζωή μου, κι αυτό το μονοπάτι, μοιάζει σαν να ήταν μάλλον ένας μοναχικός δρόμος στο βουνό προς ψηλότερες κορφές για να δεις τη θέα. Να τσεκάρεις κάτι που οι πιο πολλοί δεν βλέπουν. Οπότε, έχεις παραπάνω τάση να το πηγαίνεις μόνος σου. Σε αυτό δεν πολυέχεις συντροφιά».
Ωστόσο, οι προσπάθειές του εγκαταλείφθηκαν όταν συνάντησε τον Τζον Λιτέρνα σε ένα μπαρ. Τον χαρακτήρισε «αδελφή ψυχή», με το ειδύλλιο που αναπτύχθηκε μεταξύ τους να κάνει στην άκρη τη μοναξιά του. «Ποτέ δεν παραιτήθηκα από το να έρθω σε επαφή. Και ο ενθουσιασμός ήταν, για εμένα, πάντα εκεί. Η προσμονή ότι κάτι θα συμβεί», δήλωσε ο ίδιος, αλλά η αναμονή είναι πολυετής και το αποτέλεσμα μάλλον αμφίβολο.