Η Πάτι Ντ’΄Αρμπανβίλ γεννήθηκε το 1951 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης και έγινε γνωστή στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Η καριέρα της ήταν απροσδόκητη και ξεκίνησε από μια τυχαία συνάντηση με τον ποπ καλλιτέχνη Άντι Γουόρχολ.

Η ιστορία λέει ότι κάποια στιγμή ο διάσημος καλλιτέχνης, μπήκε στο μποέμικο Cafe Figaro στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, απέναντι από το διαμέρισμα όπου ζούσε η Ντ’ Αρμπανβίλ και είδε την νεαρή και όμορφη έφηβη να παίζει σκάκι σε ένα δωμάτιο γεμάτο ενήλικες.

«Είπε ότι ήθελε να παίξω σε μία ταινία και πως θα έπρεπε να ρωτήσω την μητέρα μου» έχει δηλώσει η Ντ’ Αρμπανβίλ. «Αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι πιθανώς δεν έπρεπε να πω λέξη στην μητέρα μου γι’ αυτό. Κι έτσι καταλήξαμε να κάνουμε την ταινία Flesh».

Η ταινία έγινε γνωστή για την ωμή, προκλητική της φύση. Όπως έχει πει η ίδια για τα γυρίσματα: «Ο Άντι καθόταν βαριεστημένος στα γυρίσματα. Βαριόταν τόσο πολύ που κάποια στιγμή, όταν με είδε να πλέκω, μου είπε: ”Ω, θα μου δείξεις κι εμένα πώς να το κάνω αυτό;” Και εγώ τον ρώτησα: ”Θέλεις να σου μάθω να πλέκεις;” με τον ίδιο να μου απαντά ”Ναι, θέλω”. Κι έτσι του έμαθα να πλέκει και καθόμασταν στα σκαλιά και πλέκαμε».

Στην συνέχεια, συνεργάστηκε μαζί του σε άλλη μία ταινία, το «L’ Amour» ενώ ένας από τους ρόλους που την έκανε πιο ευρέως γνωστή ήταν από την συμμετοχή της στην ταινία «Bilitis» του Ντέιβιντ Χάμιλτον.

Η γνωριμία και ο έρωτας με τον Cat Stevens

Πέρα όμως από ηθοποιός, η Πάτι Ντ’ Αρμανβίλ ήταν και μοντέλο. Το 1970, σε ηλικία 19 ετών, έκανε συχνά ταξίδια στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους. Σε ένα από αυτά γνώρισε στο Λονδίνο και τον Cat Stevens, τον εμβληματικό καλλιτέχνη – τραγουδοποιό, που την ερωτεύτηκε τρελά, γράφοντας μάλιστα, δύο από τα πιο γνωστά τραγούδια του, για χάρη της. Το «Lady D’ Arbanville» και το «Wild World». Ειδικά το τελευταίο είναι ένα από τα πλέον γνωστά τραγούδια χωρισμού, το οποίο πολλοί πληγωμένοι έχουν σιγοτραγουδήσει.

Η Ντ’ Αρμπανβίλ άφηνε τον Stevens κατά διαστήματα προκειμένου να συνεχίσει την καριέρα της ως μοντέλο στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη αλλά και για συνεργασίες της στο Factory του Άντι Γουόρχολ. Σε μια συνέντευξή της με τον Άντι Γουόρχολ, είπε με μελαγχολία πως είχε ακούσει το τραγούδι «Lady D’ Arbanville». «Ο Stevens έγραψε αυτό το τραγούδι όταν έφυγα για την Νέα Υόρκη. Έφυγα για έναν μήνα, δεν ήταν και το τέλος του κόσμου. Αλλά έγραψε ένα ολόκληρο τραγούδι για την Lady D’ Arbanville. Αναφέρεται σε μένα σαν να είμαι νεκρή. Έτσι, ενώ ήμουν στην Νέα Υόρκη, γι’ αυτόν ήταν σαν να ήμουν σε ένα φέρετρο. Το έγραψε επειδή του έλειπα, γιατί ήταν πεσμένος ψυχολογικά… Είναι ένα τραγούδι βαθιάς θλίψης».

Χρόνια αργότερα ο Cat Stevens αρνήθηκε πως το «Wild World» ήταν για την τότε αγαπημένη του Πάτι Ντ’ Αρμπανβίλ. Σε συνέντευξή του το 2009 είπε ότι έγραψε το τραγούδι για τον εαυτό του αναφέροντας χαρακτηριστικά «προσπαθούσα να συσχετιστώ με τη ζωή μου… Είχα κάνει την καριέρα μου στο παρελθόν και κατά κάποιον τρόπο προειδοποιούσα τον εαυτό μου να είμαι προσεκτικός αυτή τη φορά, γιατί ξανασυνέβαινε. Δεν έγραφα για κάποιον συγκεκριμένο».

Ωστόσο ακόμα και μετά από τόσα χρόνια δεν φαίνεται να έγινε πιστευτός. Υπενθυμίζεται πως τόσο το «Lady D’ Arbanville» όσο και το «Wild World» κυκλοφόρησαν το 1970.

Παράλληλα, υπάρχει και η φήμη πως εκείνη την περίοδο η Πάτι Ντ’ Αρμπανβίλ έβγαινε και με τον Μικ Τζάγκερ. Κι αν ήταν όντως έτσι τα πράγματα, είναι, εν μέρη κατανοητό γιατί ο Cat Stevens έγραψε ένα τραγούδι που βασικά λέει ότι η Πάτι ήταν νεκρή. Γιατί τουλάχιστον για τον ίδιο, από συναισθηματικής άποψης, η σύντροφός του, είχε «πεθάνει».

Έχει πληγωθεί τόσο πολύ από την προδοσία της, όπως αντιλαμβάνεται κανείς από τους στίχους του τραγουδιού που λένε πως «δείχνει τόσο παγωμένη», «τα χείλη της θυμίζουν χειμώνα» και το «δέρμα της έχει γίνει κάτασπρο» που την περιγράφει ως νεκρή.