Παρά το γεγονός πως στην χρυσή εποχή του Ελληνικού κινηματογράφου, το διασημότερο δίπολο ήταν «Βουγιουκλάκη ή Καρέζη», στην πραγματικότητα η «Εθνική Σταρ» ανησυχούσε μήπως την ξεπεράσει μια άλλη, νεαρή ηθοποιός. Φαίνεται πως αυτή η ηθοποιός είχε όλο το ταλέντο και τη λάμψη, με αποτέλεσμα να την αποκαλέσουν «Νέα Αλίκη».

Ο λόγος για τη Νίκη Λινάρδου

Στα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα εμφανίστηκε με το ψευδώνυμο Μπέμπη Κούλα, ένα όνομα που χρησιμοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η ηθοποιός γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1939 και πριν ακόμη κλείσει τα 16 της χρόνια έκανε την πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Το ντεμπούτο της έγινε στην ταινία Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο, όπου εμφανίστηκε ως νεαρή τσιγγάνα που χορεύει σε σκηνή μαζί με την Τζένη Καρέζη.

Παρότι η σκηνή αυτή δεν είχε πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, η παρουσία της δεν πέρασε απαρατήρητη. Εκείνη που φέρεται να ανησύχησε περισσότερο από την εμφάνισή της ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν επίσης στην ανοδική της πορεία προς την κορυφή. Ο χώρος του κινηματογράφου ήταν μικρός και οι άνθρωποι του χώρου αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι η νεαρή ηθοποιός διέθετε τόσο ταλέντο όσο και μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή παρουσία.

Καθοριστικό ρόλο στην πορεία της έπαιξε ο γνωστός σκηνοθέτης Αλέκος Σακελλάριος, ο οποίος τη γνώρισε λίγο νωρίτερα στην επιθεώρηση Όσα παίρνει ο άνεμος. Εκεί η νεαρή Λινάρδου συμμετείχε ως χορεύτρια και είχε έναν μικρό ρόλο. Ο Σακελλάριος εντυπωσιάστηκε έντονα από την παρουσία της και φέρεται να την ερωτεύτηκε. Την έπεισε να εγκαταλείψει το μουσικό θέατρο και να στραφεί στον κινηματογράφο, ενώ σύμφωνα με φήμες της εποχής προσπάθησε να την προωθήσει δυναμικά στο χώρο.

Η Βουγιουκλάκη, που ήταν περίπου πέντε χρόνια μεγαλύτερη, φέρεται να αντιλήφθηκε ότι η Λινάρδου θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημαντικό ανταγωνισμό.

Με τη στήριξη ενός από τους πιο επιτυχημένους σκηνοθέτες της εποχής και με ένα στυλ που σε αρκετά σημεία θύμιζε το δικό της –στο παρουσιαστικό, το νάζι και την εικόνα– η νέα ηθοποιός θα μπορούσε να διεκδικήσει ρόλους και δημοτικότητα.

Η ένταση κορυφώθηκε, σύμφωνα με τα δημοσιογραφικά παρασκήνια της εποχής, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο. Στην ταινία αυτή η Νίκη Λινάρδου εμφανίζεται ως συμμαθήτρια της Βουγιουκλάκη. Λέγεται ότι η τελευταία δυσαρεστήθηκε βλέποντας ότι η κάμερα του σκηνοθέτη παρέμενε συχνά πάνω στη νεαρή ηθοποιό περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Οι φήμες μιλούν για έντονες συζητήσεις μεταξύ της Βουγιουκλάκη και του Σακελλάριου, με τον σκηνοθέτη να υπερασπίζεται τις επιλογές του.

Τελικά, η κατάσταση φέρεται να εκτονώθηκε όταν ο Φιλοποίμην Φίνος παρενέβη και συμφώνησε να γυριστούν εκ νέου ορισμένες σκηνές, ώστε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη Βουγιουκλάκη, όπως εκείνη επιθυμούσε.

Παρά τις δυσκολίες και τις συγκρίσεις, η Νίκη Λινάρδου συνέχισε την πορεία της στον κινηματογράφο και συμμετείχε συνολικά σε περίπου 25 ταινίες, ενώ σε κάποιες από αυτές είχε και πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Ο Αλέκος Σακελλάριος μάλιστα την αποκαλούσε «νέα Αλίκη» και είχε σκοπό να της δώσει ακόμη μεγαλύτερη ώθηση.

Ανάμεσα στα σχέδιά του ήταν και ένα ριμέικ της ταινίας Δεσποινίς ετών 39, με εκείνη στον βασικό ρόλο.

Η ταινία που επηρέασε καθοριστικά την πορεία της ήταν το Καλώς ήρθε το δολάριο, όπου πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Γιώργος Κωνσταντίνου. Παρά τον υψηλό προϋπολογισμό της εποχής και το ισχυρό καστ, η ταινία δεν σημείωσε την εμπορική επιτυχία που περίμεναν οι παραγωγοί.

Όταν κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1967, συγκέντρωσε περίπου 164.000 εισιτήρια, καταλαμβάνοντας χαμηλή θέση ανάμεσα στις ταινίες της χρονιάς και προκαλώντας σημαντικά οικονομικά προβλήματα στην εταιρεία παραγωγής.

Την ίδια περίοδο ήρθε και το διαζύγιο της ηθοποιού με τον Σακελλάριο. Αργότερα παντρεύτηκε τον τηλεοπτικό παραγωγό και σκηνοθέτη Θάνος Χρυσοβέργης, με τον οποίο συνεργάστηκαν για αρκετά χρόνια στην παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών. Ο γάμος τους κράτησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Σταδιακά η Νίκη Λινάρδου απομακρύνθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας και προτίμησε μια πιο ήρεμη ζωή.

Όπως έλεγε η ίδια, δεν ένιωθε πικρία για την πορεία της, καθώς θεωρούσε ότι είχε ζήσει μια γεμάτη ζωή, με αγάπη και σημαντικές εμπειρίες, ακόμη κι αν τελικά δεν επιβεβαιώθηκε ο τίτλος της «νέας Αλίκης».

Η ηθοποιός έφυγε από τη ζωή στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, στο νοσοκομείο Γενικό Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο του παγκρέατος.