Η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, σε ηλικία 54 ετών, σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που τον ακολούθησε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. 

Ανάμεσα στα τραγούδια που συνδέθηκαν έντονα με το όνομά του ήταν το «Gucci φόρεμα», που κυκλοφόρησε το 2003 στο άλμπουμ «Σάββατο», σε μουσική και στίχους του Φοίβου. Το κομμάτι είχε διαφορετικό ήχο για τα δεδομένα της εποχής, με rap και R&B επιρροές, ενώ οι στίχοι του αποτύπωναν με χιούμορ και υπερβολή την ελληνική πραγματικότητα των αρχών των 00s.

Η ιδέα για το τραγούδι, ωστόσο, προέκυψε με έναν απρόβλεπτο τρόπο. Ο Φοίβος είχε αρχικά γράψει ένα διαφορετικό κομμάτι, όμως η σύζυγός του, Αμαλία Καντερέ, τον παρότρυνε να στραφεί προς τον ήχο που κυριαρχούσε τότε στη διεθνή rap σκηνή. Ανάμεσα στα τραγούδια που του έδειξε ήταν το «I Know What You Want» των Busta Rhymes και Mariah Carey, όπου υπήρχε αναφορά στο Gucci.

Ο δημιουργός εμπνεύστηκε από αυτή την πρακτική και αποφάσισε να μεταφέρει την ιδέα στα ελληνικά. Έτσι γεννήθηκε το «Gucci φόρεμα», ένα τραγούδι που δεν αναφερόταν απλώς σε ένα διάσημο brand, αλλά περιέγραφε έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.

Οι στίχοι αντιπαρέβαλλαν δύο διαφορετικούς κόσμους: από τη μία την εικόνα της πολυτέλειας, των περιοδικών μόδας, των ακριβών brands και των βορείων προαστίων και από την άλλη το Μπουρνάζι, το Αιγάλεω και το Περιστέρι. Η συγκεκριμένη αντίθεση αποτέλεσε και ένα από τα στοιχεία που συζητήθηκαν περισσότερο όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι.

Με το πέρασμα των χρόνων, το «Gucci φόρεμα» παρέμεινε συνδεδεμένο με την εποχή του, θυμίζοντας την Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 2000, όταν τα μεγάλα λογότυπα, η επίδειξη πλούτου και η εμμονή με το lifestyle είχαν έντονη παρουσία στην ποπ κουλτούρα.

Και αν υπήρχε ένας καλλιτέχνης που μπορούσε να υπηρετήσει ιδανικά αυτή την αισθητική, ήταν ο Γιώργος Μαζωνάκης. Η σχέση του με τη μόδα υπήρξε διαχρονικά ιδιαίτερη, καθώς δεν δίστασε να πειραματιστεί με την εμφάνισή του και να αμφισβητήσει τα στερεότυπα γύρω από το ανδρικό ντύσιμο.

Το «Gucci φόρεμα» αποτέλεσε τελικά κάτι περισσότερο από μία ακόμη επιτυχία του. Έγινε ένα από τα τραγούδια που αποτύπωσαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την εκκεντρικότητα, το χιούμορ και την τόλμη που συνόδευσαν την καλλιτεχνική διαδρομή του Γιώργου Μαζωνάκη.