
Με εισαγγελική εντολή κατασχέθηκε ο ιατρικός φάκελος του Γιώργου Μαζωνάκη από την ιδιωτική κλινική στο Κολωνάκι όπου ο τραγουδιστής υπέστη την ανακοπή, καθώς οι Αρχές επιχειρούν να συγκεντρώσουν όλα τα στοιχεία για τις τελευταίες ώρες πριν από τον θάνατό του.
Η κατάσχεση του φακέλου αποτελεί ένα από τα βασικά βήματα της προκαταρκτικής εξέτασης, καθώς μέσα από τα ιατρικά στοιχεία αναμένεται να αποσαφηνιστεί ποια διαδικασία είχε προγραμματιστεί, ποια θεραπεία ακολουθήθηκε και ποιοι επαγγελματίες υγείας συμμετείχαν στη φροντίδα του 54χρονου καλλιτέχνη.
Στο «μικροσκόπιο» αναμένεται να βρεθούν οι ιατρικές καταγραφές, οι εξετάσεις που είχαν προηγηθεί, οι οδηγίες που είχαν δοθεί, αλλά και κάθε στοιχείο που αφορά την κατάσταση του Μαζωνάκη πριν από την ξαφνική κατάρρευσή του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τι ακριβώς είχε προγραμματιστεί να γίνει στον χώρο. Ο τραγουδιστής είχε μεταβεί στο ιατρείο για θεραπεία και, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατά την παραμονή του εκεί είχε τοποθετηθεί φλεβοκαθετήρας.
Οι Αρχές καλούνται πλέον να διαπιστώσουν εάν είχε ξεκινήσει κάποια χορήγηση ουσίας ή θεραπευτική διαδικασία, ποια ήταν αυτή και σε τι χρονικό σημείο εκδηλώθηκε η επιδείνωση της κατάστασής του.
Παράλληλα, εξετάζεται το κατά πόσο είχαν προηγηθεί οι απαραίτητοι έλεγχοι πριν από τη θεραπεία και ποια ήταν η κατάσταση της υγείας του τραγουδιστή κατά την είσοδό του στο ιατρείο.
Η έρευνα στο ιατρείο
Στο πλαίσιο της έρευνας, αστυνομικοί μετέβησαν στο ιδιωτικό ιατρείο στην οδό Καρνεάδου, ενώ έρευνα έγινε και στο νοσοκομείο «Ελπίς», όπου μεταφέρθηκε ο Γιώργος Μαζωνάκης μετά την ανακοπή.
Οι Αρχές επιχειρούν να ανασυνθέσουν το χρονικό των γεγονότων από την άφιξή του στο ιατρείο μέχρι την κατάρρευση και την άφιξη του ΕΚΑΒ.
Ο γιατρός και η σύζυγός του, οι οποίοι είχαν κληθεί να καταθέσουν για την υπόθεση, αφέθηκαν ελεύθεροι και η έρευνα συνεχίζεται με τη συλλογή στοιχείων.
Καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση αναμένεται να έχει πλέον η αντιπαραβολή του ιατρικού φακέλου με τα ευρήματα της νεκροψίας-νεκροτομής και τις τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις.
Από τα αποτελέσματα θα επιχειρηθεί να διαπιστωθεί εάν ο θάνατος συνδέεται αποκλειστικά με παθολογικό αίτιο ή εάν υπήρξε κάποιος άλλος παράγοντας που συνέβαλε στην ανακοπή.
Μέχρι να ολοκληρωθεί η ιατροδικαστική και δικαστική έρευνα, πάντως, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα αίτια του θανάτου ούτε να αποδοθούν ευθύνες στα εμπλεκόμενα πρόσωπα.