Μια καθημερινή έκφραση που συχνά αντιμετωπίζεται ως υπερβολή φαίνεται πως μπορεί να συνδέεται με βαθύτερα ζητήματα αυτοεικόνας, αυτοπεποίθησης και ψυχολογικής κατάστασης.

Η φράση «δεν έχω τι να φορέσω», ακόμη και όταν η ντουλάπα είναι γεμάτη ρούχα, δεν αφορά πάντα την έλλειψη επιλογών.

Σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα, μπορεί να αντανακλά μια δυσκολία του ατόμου να βρει ρούχα που να ταιριάζουν με την εικόνα που έχει σήμερα για τον εαυτό του.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ιδιαίτερα στις γυναίκες μέσης ηλικίας, η σχέση με τα ρούχα συνδέεται με την ταυτότητα, τις αλλαγές στο σώμα, τις κοινωνικές ανάγκες αλλά και την ψυχική ευεξία.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Macromarketing, εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο η ικανοποίηση από την ένδυση επηρεάζει την καθημερινότητα των γυναικών και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όσες αισθάνονταν πως τα ρούχα τους τις αντιπροσώπευαν είχαν υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής ευεξίας.

Αντίθετα, εκείνες που δυσκολεύονταν να βρουν κομμάτια που να ταιριάζουν στο σώμα και στο στιλ τους εμφάνιζαν μεγαλύτερη τάση για αποφυγή κοινωνικών δραστηριοτήτων.

Δεν είναι θέμα μόδας, αλλά εικόνας εαυτού

Οι επιστήμονες εξηγούν πως το ζήτημα δεν είναι απλώς αν ένα ρούχο εφαρμόζει σωστά ή αν ακολουθεί τις τάσεις της μόδας.

Σε πολλές περιπτώσεις, το πρόβλημα είναι ότι τα διαθέσιμα ρούχα δεν αντανακλούν πλέον την προσωπικότητα και τη φάση ζωής του ανθρώπου.

Καθώς περνούν τα χρόνια, αλλάζουν το σώμα, ο τρόπος ζωής και οι προτεραιότητες. Ένα σύνολο που κάποτε έκανε μια γυναίκα να αισθάνεται άνετα μπορεί πλέον να της φαίνεται ξένο, είτε επειδή δείχνει υπερβολικά νεανικό είτε επειδή δεν ταιριάζει στη νέα της καθημερινότητα.

Έτσι, η δυσκολία επιλογής ρούχων μπορεί να μετατραπεί σε αίσθημα ανασφάλειας.

Όταν η ντουλάπα επηρεάζει την κοινωνική ζωή

Η έρευνα δείχνει ότι η δυσαρέσκεια με την εμφάνιση μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο.

Ένα άτομο που δεν αισθάνεται καλά με την εικόνα του μπορεί να σκέφτεται περισσότερο το πώς θα το δουν οι άλλοι, να αισθάνεται άβολα σε κοινωνικές περιστάσεις και τελικά να αποφεύγει εξόδους ή συναντήσεις.

Οι ειδικοί σημειώνουν ότι δεν είναι τα ρούχα αυτά καθαυτά που βελτιώνουν την ψυχική υγεία, αλλά η αίσθηση άνεσης και αυθεντικότητας που μπορούν να προσφέρουν.

Όταν κάποιος αισθάνεται ότι η εμφάνισή του τον εκφράζει, είναι πιο πιθανό να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή χωρίς συνεχείς σκέψεις για την εικόνα του.

Η ευθύνη δεν βρίσκεται πάντα στο σώμα

Ένα ακόμη στοιχείο που επισημαίνουν οι ερευνητές είναι ότι πολλές γυναίκες κατηγορούν τον εαυτό τους όταν δεν βρίσκουν ρούχα που να τους ταιριάζουν.

Ωστόσο, η μελέτη υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα μπορεί να βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται η μόδα.

Η αγορά εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να απευθύνεται σε συγκεκριμένους σωματότυπους και ηλικίες, με αποτέλεσμα αρκετοί άνθρωποι να αισθάνονται ότι δεν έχουν αρκετές επιλογές που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές τους ανάγκες.

Η δυσκολία εύρεσης κατάλληλων ρούχων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο «λάθος» στο σώμα ή στην εμφάνιση κάποιου.

Το ζητούμενο δεν είναι να εντυπωσιάσεις, αλλά να νιώθεις ο εαυτός σου

Οι επιστήμονες καταλήγουν ότι πίσω από το «δεν έχω τι να φορέσω» συχνά κρύβεται μια διαφορετική ανάγκη: η ανάγκη να βρεθεί κάτι που να κάνει το άτομο να αισθάνεται οικεία με τον εαυτό του.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για αναζήτηση εντυπωσιασμού, αλλά για την επιθυμία να υπάρχει άνεση, σιγουριά και αυτοπεποίθηση.

Τελικά, μια γεμάτη ντουλάπα δεν σημαίνει πάντα ότι υπάρχουν οι σωστές επιλογές. Αυτό που αναζητούν πολλοί άνθρωποι είναι εκείνο το ρούχο που τους επιτρέπει να βγουν στον κόσμο και να αισθανθούν πραγματικά ο εαυτός τους.