Ο χρόνος ξεκούρασης ανάμεσα στα σετ αποτελεί σημαντικό κομμάτι της προπόνησης και μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται το σώμα.

Όταν τα διαλείμματα μειώνονται, οι μύες καλούνται να επανέλθουν σε μικρότερο χρονικό διάστημα πριν από το επόμενο σετ. Αυτό μπορεί να αυξήσει την αίσθηση κόπωσης και να κάνει την προπόνηση πιο απαιτητική.

Παράλληλα, η μικρότερη ξεκούραση μπορεί να αυξήσει τους καρδιακούς παλμούς και να διατηρήσει την ένταση της άσκησης σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα.

Ωστόσο, το λιγότερο διάλειμμα δεν σημαίνει απαραίτητα καλύτερη προπόνηση. Όταν ο στόχος είναι η αύξηση της δύναμης ή η εκτέλεση πολύ βαριών ασκήσεων, μεγαλύτερα διαλείμματα μπορούν να βοηθήσουν ώστε να διατηρείται η απόδοση από σετ σε σετ.

Αντίθετα, σε προπονήσεις όπου δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη μυϊκή αντοχή ή στη συνολική ένταση, τα μικρότερα διαλείμματα μπορούν να αποτελέσουν μέρος του προγράμματος.

Το σημαντικό είναι ο χρόνος ξεκούρασης να προσαρμόζεται στον στόχο της προπόνησης, στο επίπεδο φυσικής κατάστασης και στις απαιτήσεις κάθε άσκησης.

Έτσι, η αλλαγή από ένα μεγαλύτερο σε ένα μικρότερο διάλειμμα μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την αίσθηση της προπόνησης, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνη της «μαγική» λύση για καλύτερα αποτελέσματα.