Ένα γνώριμο πλέον φαινόμενο στα social media είναι τα βίντεο ανθρώπων που καταγράφουν τον εαυτό τους την ώρα που κλαίνε ή λίγο μετά από μια έντονη συναισθηματική στιγμή.

Ένας χωρισμός, ένας καβγάς, μια δύσκολη ημέρα ή ένα προσωπικό αδιέξοδο γίνονται αφορμή για ένα βίντεο που καταλήγει δημόσια στο διαδίκτυο.

Το φαινόμενο προκαλεί αντιφατικές αντιδράσεις. Κάποιοι βλέπουν σε αυτές τις αναρτήσεις μια πιο αυθεντική πλευρά της ζωής, μακριά από την εικόνα της τελειότητας που συχνά κυριαρχεί στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Άλλοι, αντίθετα, αντιμετωπίζουν με δυσπιστία ανθρώπους που επιλέγουν να καταγράψουν και να δημοσιοποιήσουν μια τόσο προσωπική στιγμή.

Το βασικό ερώτημα είναι γιατί κάποιος, ενώ βρίσκεται σε έντονη συναισθηματική φόρτιση, θα επιλέξει να ανοίξει την κάμερα του κινητού του.

Η κάμερα ως τρόπος έκφρασης

Η κλινική ψυχολόγος Ιζασκούν Μπαστέρα, μιλώντας στο ισπανικό Hola, προτείνει να μην εστιάζουμε στο αν τα δάκρυα είναι «αληθινά» ή αν κάποιος επιδιώκει απλώς την προσοχή.

«Αντί να προσπαθούμε να κρίνουμε αν εκείνα τα δάκρυα είναι αληθινά ή απλώς μια κραυγή για προσοχή, είναι πιο χρήσιμο να καταλάβουμε τι χρειάζεται εκείνο το άτομο και τι σκοπό εξυπηρετεί γι’ αυτό η δημοσιοποίηση», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, τα social media έχουν αλλάξει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο εκφράζουμε και μοιραζόμαστε όσα αισθανόμαστε. Συναισθήματα που στο παρελθόν θα εκφράζονταν σε έναν στενό κύκλο ανθρώπων μπορούν πλέον να απευθυνθούν σε ένα πολύ μεγαλύτερο, ακόμη και άγνωστο κοινό.

«Όταν βρίσκεσαι μπροστά σε μια κάμερα, αυτή λειτουργεί σαν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα στην ιδιωτική συναισθηματική εμπειρία και στην ανάγκη να τη βάλεις σε λέξεις και να τη μοιραστείς», αναφέρει η ψυχολόγος.

Η ίδια επισημαίνει ότι ακόμη και η απλή καταγραφή ενός συναισθήματος, χωρίς απαραίτητα να ακολουθήσει δημοσίευση, μπορεί να λειτουργήσει βοηθητικά. Η διαδικασία του να μιλήσει κάποιος για όσα βιώνει ενδέχεται να τον βοηθήσει να τα οργανώσει και να τους δώσει ένα νόημα.

Άλλο η καταγραφή, άλλο η δημοσίευση

Η ανάρτηση ενός τέτοιου βίντεο προσθέτει όμως ένα ακόμα στοιχείο: την αντίδραση των άλλων.

Ένα άτομο μπορεί να δημοσιοποιήσει τη στιγμή επειδή αναζητά κατανόηση, στήριξη ή απλώς την αίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά της οθόνης. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, μπορεί να συνυπάρχουν περισσότερες από μία ανάγκες.

Έτσι, η κατηγορία ότι κάποιος «κλαίει για να πάρει προσοχή» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το συναίσθημά του είναι προσποιητό.

«Το να αναζητάς προσοχή δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό. Η ανάγκη οι άλλοι να μας προσέξουν, να μας ακούσουν ή να είναι δίπλα μας αποτελεί μέρος των ανθρώπινων αναγκών», εξηγεί η Μπαστέρα.

Όπως προσθέτει, ένα άτομο μπορεί να βιώνει πραγματικό πόνο και παράλληλα να επιθυμεί οι άλλοι να αντιληφθούν τη δυσκολία που περνά.

«Ένα άτομο μπορεί να βιώνει πραγματικό πόνο και, ταυτόχρονα, να θέλει οι άλλοι να τον δουν και να ανταποκριθούν σε αυτόν», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Γιατί είναι πιο εύκολο να μιλήσουμε σε αγνώστους;

Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά για ορισμένους ανθρώπους το άγνωστο κοινό του διαδικτύου προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια από μια συζήτηση με έναν κοντινό τους άνθρωπο.

«Με κάποιον κοντινό σου διακυβεύονται πολύ περισσότερα πράγματα: ο φόβος να τον απογοητεύσεις, να ανησυχήσουν οι δικοί σου, να νιώσεις πως σε κρίνουν», εξηγεί η ψυχολόγος.

Μπροστά σε μια κάμερα, αντίθετα, υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση. Εκείνος που δημιουργεί το περιεχόμενο έχει τον έλεγχο του πότε θα μιλήσει, τι θα αποκαλύψει και ποιο κομμάτι της εμπειρίας του θα επιλέξει να μοιραστεί.

Αυτή η αίσθηση ελέγχου μπορεί να κάνει ευκολότερη την έκφραση συναισθημάτων που θα ήταν δύσκολο να ειπωθούν σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση.

Η ντροπή μπορεί να έρθει αργότερα

Η ανακούφιση που μπορεί να προσφέρει μια τέτοια δημοσίευση δεν είναι απαραίτητα μόνιμη. Όταν περάσει η ένταση της στιγμής, ο άνθρωπος μπορεί να δει διαφορετικά αυτό που μοιράστηκε δημόσια.

Η Μπαστέρα αναφέρεται σε ένα πιθανό «συναισθηματικό χανγκόβερ»: η ανάρτηση που έδωσε ανακούφιση την ώρα της κρίσης μπορεί αργότερα να προκαλέσει ντροπή, μεταμέλεια ή την αίσθηση ότι κάποιος εξέθεσε υπερβολικά τον εαυτό του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αρχική ανάγκη για έκφραση ήταν λανθασμένη. Μπορεί απλώς να δείχνει ότι οι συναισθηματικές ανάγκες μεταβάλλονται όσο περνά η ένταση.

Τελικά, το ερώτημα ίσως δεν είναι αν κάποιος «πρέπει» ή «δεν πρέπει» να κλαίει μπροστά στην κάμερα. Περισσότερο έχει σημασία να κατανοήσει τι αναζητά τη συγκεκριμένη στιγμή: εκτόνωση, επικοινωνία, στήριξη ή απλώς έναν τρόπο να βάλει σε τάξη όσα αισθάνεται.

Και αυτή η διάκριση μπορεί να βοηθήσει κάθε άνθρωπο να αποφασίσει ποια συναισθήματα θέλει να μοιραστεί δημόσια και ποια προτιμά να κρατήσει μακριά από την οθόνη.